Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Yπογραφή σύμβασης με την Τράπεζα Πειραιώς για την πληρωμή λογαριασμών μέσω τραπεζών (Σύστημα ΔΙΑΣ)

                                                             
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ                                         
ΝΟΜΟΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ
ΔΗΜΟΣ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ

Α Π Ο Σ Π Α Σ Μ Α

Από το πρακτικό της  11/2015 συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου.

Αριθ. Απόφασης  188/2015

«Περί υπογραφής σύμβασης με την Τράπεζα Πειραιώς για την πληρωμή λογαριασμών μέσω τραπεζών (Σύστημα ΔΙΑΣ)».

       Στους Μολάους σήμερα στις είκοσι εννέα (29) του μηνός Ιουλίου 2015, ημέρα της εβδομάδος Τετάρτη και ώρα 18,00, συνήλθε το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Μονεμβασίας σε τακτική δημόσια συνεδρίαση στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Μονεμβασίας, ύστερα από την με αριθμό 11/23.07.2015 έγγραφη πρόσκληση του Προέδρου, η οποία επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 67  του Ν.3852/2010 (ΦΕΚ Α' 87).
       Αφού διαπιστώθηκε ότι υπάρχει νόμιμη απαρτία, αφού σε σύνολο είκοσι επτά (27) μελών βρέθηκαν παρόντα τα δέκα εννέα  (19) δηλαδή:
                 ΠΑΡΟΝΤΕΣ                                                       ΑΠΟΝΤΕΣ
 1.
Αβδούλος Σπύρος                 Πρόεδρος Δ.Σ.
 1.
Χαραμή–Νατιώτη Αλεξάνδρα Γραμ. Δ.Σ.
 2.
Βελιώτης Ευστάθιος            Αντιπρόεδρος Δ.Σ.
 2.
Τραϊφόρος Παναγιώτης          Αντ/ρχος
 3.
Καλογερίνης Ηλίας                 Αντιδήμαρχος
 3.
Τσαφατίνου Κατερίνα            Αντ/ρχος
 4.
Κουτσονικολής Χαράλαμπος    Αντιδήμαρχος
 4.
Γεωργακάκου Αικατερίνη
 5.
Μαυρομιχάλης Κων/νος          Αντιδήμαρχος
 5.
Λεκάκης Δημήτριος
 6.
Σουρλάς Ιωάννης                  Αντιδήμαρχος
 6.
Μαρούσης Χαράλαμπος
 7.
Αλειφέρη Παναγιώτα
 7.
Νεραντζουλάκη – Ρεπαπίνου Ζωή
 8.
Βουνελάκης Γεώργιος
 8.
Λυριωτάκης Ιωάννης
 9.
Δρίβας Θεόδωρος


10.
Κολλιάκος Ιωάννης


11.
Παπαδάκης Πιερρής


12.
Πετράκης Χρήστος


13.
Σπυριδάκου Θεοδούλη


14.
Χριστάκος Σταύρος


15.
Δουμάνη  Σοφία


16.
Κόκκορης Παναγιώτης


17.
Κουλουβάκος Βασίλειος


18.
Σταθάκης Νεκτάριος


19.
Αναγνωστοπούλου Ελένη


       Η Συνεδρίαση έγινε παρόντος του Δημάρχου κ. Ηρακλή Τριχείλη.
       Από τους Προέδρους των Δημοτικών Κοινοτήτων, των Τοπικών Κοινοτήτων και των εκπροσώπων των Τοπικών Κοινοτήτων, παραβρέθηκαν οι: Γεωργουδής Ιωάννης Δ.Κ. Νεάπολης, Γεώργας Σωτήριος Τ.Κ. Αγγελώνας, Μάρκος Παναγιώτης Τ.Κ. Αγίου Γεωργίου, Μπατσάκης Κων/νος Τ.Κ. Αγίων Αποστόλων, Σταθάκη Μαριάννα Τ.Κ. Ασωπού, Κουσούλης Γεώργιος Τ.Κ. Ελίκας, Σκαρμούτσος Παναγιώτης Τ.Κ. Μεταμόρφωσης, Χουσάκος Δημήτριος Τ.Κ. Μονεμβασίας, Χριστοφοράκης Παναγιώτης Τ.Κ. Νομίων, Καλογεράκος Δημήτριος Τ.Κ. Παντανάσσης.
       Στη συνεδρίαση παραβρέθηκε η κ. Παπαδάκη Ευγενία, υπάλληλος του Δήμου για την τήρηση των πρακτικών.
       Ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου εισηγούμενος το τρίτο (3ο) θέμα της ημερήσιας διάταξης έδωσε το λόγο στον εντεταλμένο Δημοτικό Σύμβουλο για θέματα Διεύθυνσης  Οικονομικών Υπηρεσιών κ. Χριστάκο Σταύρο, ο οποίος είπε τα εξής:
Σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας (Ν. 3862/2010) πλέον η είσπραξη έναντι τρίτου, επιτρέπεται μόνο μέσω νομίμως αδειοδοτημένων παρόχων Υπηρεσιών Πληρωμών (Τράπεζες, Ιδρύματα Πληρωμών και των πιστοποιημένων/αδειοδοτημένων αντιπροσώπων τους). Οι πάροχοι αυτοί αδειοδοτούνται και εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδας με τα αυστηρά κριτήρια που ορίζει η κείμενη νομοθεσία, διασφαλίζοντας μεταξύ άλλων Θέματα Κεφαλαιακής Επάρκειας, Επιχειρησιακής Συνέχειας, Ασφάλειας Συναλλαγών. Πρόληψη από ξέπλυμα χρήματος, Σύστημα Εσωτερικού Ελέγχου κοκ).  Ως εκ τούτου και οι διαδικασίες που εφαρμόζουν είναι συγκεκριμένες, εγκεκριμένες και ελεγχόμενες από την αρμόδια εποπτική αρχή (Τράπεζα της Ελλάδας)  με σκοπό την ορθή λειτουργία της αγοράς πληρωμών, αλλά και τον εκμηδενισμό της επισφάλειας για το νόμιμο δικαιούχο των συναλλαγών (εν προκειμένω για τους ΟΤΑ).
Μέσω της διερεύνησης που υλοποιήθηκε και σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αλλά και στα πλαίσια των προσπαθειών της Δημοτικής Αρχής για τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό της υπηρεσίας εσόδων  και παράλληλα  την εξυπηρέτηση των δημοτών σε ότι αφορά τις οικονομικές συναλλαγές τους με τις υπηρεσίες του Δήμου Μονεμβασίας, καταλήξαμε ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε εναλλακτικά και τρόπο πληρωμής μέσω των τραπεζών και προτείνουμε τη σύναψη σύμβασης με την Τράπεζα Πειραιώς με στόχο οι πληρωμές των τελών ύδρευσης, άρδευσης, Ακαθαρίστων, παρεπιδημούντων, κοιμητηρίων και γενικά οι πάσης φύσεως εισπράξεις του Δήμου, να γίνονται και μέσω του τραπεζικού συστήματος, με όλες τις τράπεζες που μετέχουν στο σύστημα ΔΙΑΣ (ΕΘΝΙΚΗ, ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ALPHA κ.τ.λ.)  και με όλους τους τρόπους  (κατάθεση μετρητών στις τράπεζες, μέσω τραπεζικού λογαριασμού, μέσω e-banking, μέσω  κάρτας).
Η πρόταση προς το Δημοτικό συμβούλιο είναι να δεχτούμε την πρόταση τιμολόγησης της υπηρεσίας, σύμφωνα με την  οποία για κάθε συναλλαγή θα  επιβαρύνει το Δήμο με 0,12 €.
Με δεδομένο ότι κάθε χρόνο εκδίδονται περίπου από το Δήμο 32.000 λογαριασμοί ύδρευσης, αν υποτεθεί ότι όλες οι συναλλαγές  θα γίνουν  ηλεκτρονικά, η επιβάρυνση του Δήμου θα είναι 3.840 € + ΦΠΑ.
Όσον αφορά τις υπόλοιπες συναλλαγές που αφορούν τις υπόλοιπες πήγες εσόδων, με την παραδοχή ότι όλες θα γίνουν μέσω τραπέζης η αναμενόμενη  επιβάρυνση δεν θα ξεπεράσει τα 1.000 €.
Θα παρέχεται η δυνατότητα εξόφλησης οφειλών των δημοτών προς τον Δήμο που αφορούν είτε βεβαιωμένες οφειλές σε βεβαιωτικό κατάλογο είτε υπηρεσιακά σημειώματα ΟΙΚΟΘΕΝ που θα εκδίδονται από τις υπηρεσίες του Δήμου. 
Η οικονομική συμμετοχή του Δήμου, δηλαδή η εξόφληση του ποσού 0,12 € ανά λογαριασμό  θα γίνεται μέσω μηνιαίου τιμολογίου λογιστικής τακτοποίησης που θα εκδίδεται από την Τράπεζα και θα εξοφλείται από το Δήμο.
Η επιβάρυνση αντίστοιχα κάθε δημότη θα είναι 0,80 € με χρέωση λογαριασμού καταστήματος,  1,50 € με μετρητά και 0,50 € μέσω e-banking  και  0,40 € με πάγια εντολή. 
Τα οφέλη από τη χρήση της παραπάνω υπηρεσίας είναι προφανή, οι δημότες θα συναλλάσσονται  με ταχύτητα, ασφάλεια  με το Δήμο,  με την επίσκεψη στις τράπεζες  είτε μέσω καρτών και  internet banking  όλο το 24ωρο  και ταυτόχρονα θα μειωθεί ο όγκος εργασίας του προσωπικού του Δήμου που ασχολείται σήμερα με την είσπραξη και θα μπορεί να διατεθεί για τις υλοποίηση των πολλών εκκρεμοτήτων που υπάρχουν σήμερα στην οικονομική υπηρεσία.  Ειδικότερα οι οφειλέτες που δεν ζουν στα όρια, θα εξυπηρετούνται καλύτερα και άμεσα.
Με την κυκλοφορία των λογαριασμών ύδρευσης  περιόδου κατανάλωσης  Α’ εξαμήνου 2015  θα ενημερωθούν οι δημότες για το νέο τρόπο, με τον οποίο μπορούν να εξοφλούν πάσης φύσεως λογαριασμούς.  Παράλληλα θα κληθούν όσοι δημότες επιθυμούν να γίνεται η αποστολή των λογαριασμών (ύδρευσης , άρδευσης , ακαθαρίστων κ.τ.λ.) ηλεκτρονικά, ώστε  η διαδικασία να απλοποιηθεί περαιτέρω.
Χρόνος υλοποίησης είναι περίπου ένας ημερολογιακός μήνας από την υπογραφή της σύμβασης και τη συνεννόηση των προγραμματιστών του Δήμου με τους αντίστοιχους της τράπεζας.
       Το Δημοτικό Συμβούλιο αφού έλαβε υπόψη τα ανωτέρω, την προαναφερόμενη νομοθεσία  και μετά από διαλογική συζήτηση:

 Αποφασίζει Ομόφωνα
1. Αποδέχεται την Α’ Πρόταση Τιμολόγησης Υπηρεσίας της Τράπεζας Πειραιώς, εγκρίνει τη συνεργασία με την αυτή Τράπεζα και την υπογραφή σχετικής σύμβασης, βάση της οποίας, οι πληρωμές των τελών ύδρευσης, άρδευσης, ακαθαρίστων εσόδων, τελών παρεπιδημούντων, κοιμητηρίων και γενικά οι πάσης φύσεως εισπράξεις του Δήμου, θα γίνονται και  μέσω του τραπεζικού συστήματος, με όλες  τις τράπεζες που μετέχουν στο σύστημα ΔΙΑΣ (ΕΘΝΙΚΗ, ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ALPHA κ.τ.λ.)  και  με  όλους  τους τρόπους  (κατάθεση μετρητών στις τράπεζες, μέσω τραπεζικού λογαριασμού, μέσω e-banking, μέσω  κάρτας), με τους εξής όρους:
·         Κάθε συναλλαγή  πληρωμής θα  βαρύνει το Δήμο με το ποσό των δώδεκα λεπτών του ευρώ (0,12) πλέον ΦΠΑ για τις Εντολές  Πληρωμής και με το ποσό των δεκαπέντε λεπτών του ευρώ (0,15) για τις Πάγιες  Εντολές  (οι πάγιες εντολές δεν βαρύνονται με ΦΠΑ).
·           Η πληρωμή της Τράπεζας θα γίνεται μέσω μηνιαίου  τιμολογίου λογιστικής τακτοποίησης που θα εκδίδεται από την Τράπεζα και θα εξοφλείται από το Δήμο.
·         Η επιβάρυνση κάθε πληρωτή θα είναι ογδόντα λεπτά του ευρώ (0,80) € με χρέωση λογαριασμού  μέσω καταστήματος, ένα ευρώ και πενήντα λεπτά (1,50) € με μετρητά, πενήντα λεπτά (0,50) € μέσω Εναλλακτικών Δικτύων (e-banking)  και σαράντα λεπτά  του ευρώ (0,40) € με  χρέωση λογαριασμού  μέσω  καταστήματος  για τις πάγιες εντολές.
Ο νέος  τρόπος  πληρωμής  θα  αποφέρει σημαντικά οφέλη στο Δήμο, αλλά και διευκολύνσεις  στους  δημότες, όπως  βελτιστοποίηση  του προγραμματισμού  εισπράξεων και της  διαχείρισης των διαθεσίμων του Δήμου μέσω της τυποποίησης και του εκσυγχρονισμού των διαδικασιών είσπραξης, μεγαλύτερη ταχύτητα, ασφάλεια και ευελιξία στην είσπραξη των οφειλών-αύξηση των πληρωμών,  εφόσον  σήμερα  οι  καταναλωτές καταφεύγουν συχνότερα στη  χρήση  καρτών πληρωμής για την κάλυψη πάγιων αναγκών τους, μείωση κόστους είσπραξης των απαιτήσεων, δυνατότητα εξόφλησης των οφειλών 24 ώρες το 24ωρο, δυνατότητα ορισμού πάγιας εντολής χρέωσης λογαριασμού οποιασδήποτε τράπεζας.
2. Εξουσιοδοτεί τον κ. Δήμαρχο για την υπογραφή της σύμβασης.
        

                     Η Απόφαση αυτή πήρε αύξοντα αριθμό  188/2015.
 
Αφού συντάχθηκε το πρακτικό αυτό υπογράφεται όπως πιο κάτω.
       Ο Πρόεδρος                      Η Γραμματέας          Τα Μέλη
 Αβδούλος Σπύρος














Ακριβές Απόσπασμα
Η Ειδική Γραμματέας


Παπαδάκη Ευγενία
     Απούσα

Βελιώτης Ευστάθιος  Αντιπρόεδρος Δ.Σ.
Καλογερίνης Ηλίας Αντιδήμαρχος
Κουτσονικολής Χαράλαμπος Αντιδήμαρχος
Μαυρομιχάλης Κων/νος Αντιδήμαρχος
Σουρλάς Ιωάννης  Αντιδήμαρχος
Αλειφέρη Παναγιώτα
Βουνελάκης Γεώργιος
Δρίβας Θεόδωρος
Κολλιάκος Ιωάννης
Παπαδάκης Πιερρής
Πετράκης Χρήστος
Σπυριδάκου Θεοδούλη
Χριστάκος Σταύρος
Δουμάνη Σοφία
Κόκκορης Παναγιώτης
Κουλουβάκος Βασίλειος
Σταθάκης Νεκτάριος
Αναγνωστοπούλου Ελένη




Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

θέματα Συμβουλίου Σχολικής Επιτροπής , Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ                                    Μολάοι: 24/08/2015

ΝΟΜΟΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ                                                     Αρ. πρωτ:   54                                     

ΔΗΜΟΣ   ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ  
ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Α/ΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
                                                                        Προς:  Μέλη   Διοικητικού Συμβουλίου
                                                                    της  Α/βαθμιας  Σχολικής Επιτροπής
                                                                                                                                                                                                         
1.      Χριστάκο Σταύρο -Πρόεδρο Α/βαθμιας  Σχολικής Επιτροπής.
2.      Χαραμή –Νατιώτη Αλεξάνδρα - Α/πρόεδρο  Α/βαθμιας Σχολικής Επιτροπής.
3.      Κόκκορη Παναγιώτη- Δημοτικό Σύμβουλο.
4.      Σταθάκη Νεκτάριο- Δημοτικό Σύμβουλο.
5.      Γεωργούλη Παναγιώτη- Δ/ντη Δ.Σ Μολάων.
6.      Τσαρούχα Μελέτιο— Δ/ντη Δ.Σ Παπαδιανίκων.
7.      Κουτράκο Ηλία –Δ/ντη  Δ.Σ Συκέας-Μεταμόρφωσης.
8.      Σόβολου Σούζη –Εκπ/πος Συλ. Γ.& Κ Δ.Σ Μολάων.
9.      Γεωργουδή Ιωάννη - Εκπ/πος Συλ. Γ.& Κ Δ.Σ Νεάπολης.
10.  Κόκκορης Ηλίας - Εκπ/πος Συλ. Γ.& Κ Δ.Σ Ρειχέας.
11.  Καρούνης  Ελευθέριος –Δημότης.
                                                             


   Θέμα: Πρόσκληση για τακτική συνεδρίαση.

     Καλείστε σε τακτική συνεδρίαση που θα γίνει στο Δημοτικό Κατάστημα στην Νεάπολη  την Δευτέρα   31  Αυγούστου  2015, και ώρα 11:00  π.μ. για συζήτηση και λήψη απόφασης στα πιο  κάτω  θέματα της ημερήσιας διάταξης:
     
1.      «Κατανομή πιστώσεων για συντηρήσεις –επισκευές σχολείων  του Δήμου ».
2.      «Αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών  με κατανομή πιστώσεων στα σχολεία του Δήμου».
3.       «Απεντόμωση –απολύμανση των σχολείων του Δήμου
4.      «Αντιμετώπιση  των αναγκών καθαρισμού  των σχολικών κτιρίων για το σχολικό έτος 2015-2016
5.      «Μετακόμιση 1ου και 2ου Νηπιαγωγείου σε νέο κτίριο –Εξοπλισμός νέου νηπιαγωγείου».

       

                 O ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ 


                          ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΑΚΟΣ 

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2015

Μονεμβάσια ,μαρτυρική πόλη ( του Καθηγητή Παναγιώτη Αλεξάκη )



Μονεμβασία

μαρτυρική πόλη



Παναγιώτης Αλεξάκης

 Δεκέμβριος  2007

 

 

 

  

Περιεχόμενα

 

Πρόλογος

Ι. Σύντομη παρουσίαση της ιστορίας της Μονεμβασίας

Εισαγωγή και αναφορά στο θέμα
  1. Η κτήση της Μονεμβασίας
  2. Η Μονεμβασία ως επαρχία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας
  3. Η πειρατεία
  4. Η επίθεση των Νορμανδών κατά της Μονεμβασίας, το 1147, και η απόκρουσή της από τους Μονεμβασίτες
  5. Επίθεση, πολιορκία και αγώνες των Μονεμβασιτών κατά της Λατινοκρατίας, 1248-1262
  6. Πειρατική επιδρομή του Καταλανού Λαούρια, 1299
  7. Προνόμια στους Μονεμβασίτες
  8. Η Μονεμβασία κατά τα έτη 1341-1460, οι καταλήψεις από Οθωμανούς και Ενετούς και η αντίσταση των Μονεμβασιτών
  9. Η προστασία του Πάπα (1460-1464) και η δεύτερη κατοχή της Μονεμβασίας από τους Ενετούς (1464-1540)
10.    Η δεύτερη κατοχή της Μονεμβασίας από τους Οθωμανούς (1540-1690), και οι συνεχείς αγώνες εναντίον των Βενετών
11.    Η Τρίτη και τελευταία κατοχή της Μονεμβασίας από τους Ενετούς και η πώλησή της στους Οθωμανούς
12.     Η Τρίτη και τελευταία κατοχή της Μονεμβασίας από τους Τούρκους (1715-1821). Τα  προεπαναστατικά γεγονότα
13.    Η επανάσταση στη Μονεμβασία. Η πολιορκία της Μονεμβασίας, Απρίλιος – Ιούλιος 1821. Οι αγώνες και η απελευθέρωση

ΙΙ. Γιατί η Μονεμβασία είναι μαρτυρική πόλη


 


  

 

 

 

 


 

Πρόλογος

Θα πρέπει να τονιστεί από την αρχή ότι αυτό το κείμενο δεν αναφέρεται στην ιστορία της Μονεμβασίας. Ακόμη και η  συνοπτική, έστω, παρουσίαση της ιστορίας της Μονεμβασίας, για να είναι όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένη, προϋποθέτει τη παρουσίαση δράσεων και γεγονότων που συνδέονται με όλους τους τομείς που αναδείχθηκαν σε αυτό το τόπο, όπως είναι ο εθνικός, ο κοινωνικός, ο οικονομικός, ο θρησκευτικός, ο πολιτιστικός, των γραμμάτων και των τεχνών, μεταξύ άλλων. Μια τέτοια αναφορά, ωστόσο, ξεφεύγει του έργου που μου ζητήθηκε να αναλάβω, για δύο λόγους: Πρώτον, θα απαιτούσε άντληση μεγαλύτερης  πληροφόρησης από τις υπάρχουσες πηγές και συστηματική μελέτη από ειδικούς και καταξιωμένους επιστήμονες ώστε να είναι όσο γίνεται πληρέστερη, ακριβέστερη και αντικειμενική. Δεύτερον, γιατί το παρόν πόνημα, στο βραχύ διάστημα που διατέθηκε, επικεντρώνεται σε μια μόνο διάσταση: Συγκεκριμένα, επιδιώκει να αντλήσει εκείνη την πληροφόρηση για τη Μονεμβασία, μέσα από την οποία καταδεικνύεται  ότι ο ιστορικός αυτός τόπος ξεχωρίζει και ως μαρτυρικός. Να αναδείξει, και να διασπείρει, δηλαδή,  ότι οι κάτοικοί του με τη στάση τους και τα έργα τους, δια μέσου των αιώνων, υπερασπίστηκαν με μεγάλες θυσίες τα ιερά και όσια του έθνους, της φυλής, της γλώσσας και της θρησκείας, κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες που διαμορφώθηκαν από τους λογής-λογής  πολιορκούντες και κατακτητές του κάστρου. Η σχετική πληροφόρηση αντλήθηκε από έρευνες και μελέτες σημαντικών Ελλήνων ιστορικών, όπως τον Γεωργίου Φραντζή, του Κωνσταντίνου Καλογερά, του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου, του Αντώνη Κατσώρη, του Κωνσταντίνου Παπαρηγόπουλου, αλλά και ξένων όπως του Franz Dolcer και του William Muller, καθώς και σημαντικές ιστορικές αφηγήσεις όπως είναι το Χρονικό του Μορέως, αυτοκρατορικά χρυσόβουλα και άλλα σχετικά κείμενα. Παρόλα αυτά, αφού ακόμα και αυτή η εργασία περιέχει ψήγματα της ιστορίας της Μονεμβασίας, δηλώνω ότι σε αυτό το πόνημα αποδέχτηκα τα λόγια του Ρωμαίου συγγραφέα Κικέρωνα (106-47 π.χ.), << ... όποιος της ιστορίας το ήθος αναλαμβάνει πρέπει να γράφει και να λέει την αλήθεια ... ουδέν το ψευδές οφείλει να ακούει η ιστορία και εις ουδέν το αληθές να κλείνει τα ώτα>>

Παναγιώτης Αλεξάκης




























Ι. Σύντομη παρουσίαση της ιστορίας της Μονεμβασίας


Εισαγωγή και αναφορά στο θέμα

Μελετώντας το κείμενο που ακολουθεί, από τη κτίση της Μονεμβασίας το 600 μ.χ. έως την απελευθέρωσή της το 1821, μπορούν να εξαχθούν όλα εκείνα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει γιατί η Μονεμβασία μπορεί δικαίως να θεωρείται ως μαρτυρική πόλη. Ο όρος <<μαρτυρικός>>, σημαίνει ο βασανιστικός, ο γεμάτος μαρτύρια, η σωματική και ψυχική ταλαιπωρία, η υποβολή σε βασανισμούς. Αναφέρεται σε εκείνον ή εκείνη  που δεινοπαθεί, που πολεμά, που μάχεται, που χύνει το αίμα του, που πεθαίνει για κάποιο σκοπό, για την πατρίδα του, τη γλώσσα του, τα ήθη και έθιμά του, για τη θρησκεία του. Για αυτό εκείνος που υποβάλλεται σε τέτοιες ταλαιπωρίες γίνεται μάρτυρας του έθνους, ή και της εκκλησίας, ανάλογα, και ο τόπος που γέμει τέτοιων περιπτώσεων ως αποτέλεσμα της δράσης των κατοίκων του,  αποκαλείται μαρτυρικός. Τα στοιχεία αυτά είναι διάσπαρτα στο κείμενο που ακολουθεί, ενώ αναφέρονται πιο συγκεκριμένα στο τελευταίο τμήμα αυτού του πονήματος.

  1. Η κτίση της Μονεμβασίας

Η κτίση της Μονεμβασίας επετελέσθη το έκτο έτος της βασιλείας του Αυτοκράτορα Μαυρίκιου (582-602 μ.χ.), όταν οι Άβαροι κατήλθαν στην Πελοπόννησο και οι κάτοικοι της λακωνικής χώρας, οι Λακεδαιμόνιοι, για να αποφύγουν την σφαγή και την ατίμωση, βρήκαν καταφύγιο σε ένα δύσβατο τόπο, ένα μικρό νησί, ένα βράχο, παρά του θαλάσσιου αιγιαλού και έκτισαν πόλη που την ονόμασαν, σωστά,  Μονεμβασία καθώς πρόκειται για σύνθετη λέξη (Μόνη Έμβαση – Μονεμβασία) που σημαίνει ότι υπήρχε μόνο ένας τρόπος να φθάσει κάποιος σε αυτό το βραχονήσι, μέσω ενός στενού περάσματος περίπου 160 μέτρων δια θαλάσσης και αργότερα μέσω ενός δρόμου. Άλλοι Λακεδαιμόνιοι εξέπλευσαν στην Σικελία σε τόπο που απεκάλεσαν Δέμενα και Λακεδαιμονίται- Δεμενίται ονομάζοντο. [Οι Αβαροι την ίδια περίοδο είχαν απειλήσει τη Βυζαντινή  αυτοκρατορία, αλλά και τη Κωνσταντινούπολη το 626 μ.χ., (όπως και αργότερα οι Πέρσες το 678 μ.χ. και οι Άραβες το 718 μ.χ. )1. Κοινή ευχαριστήριος δέηση ήταν η ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου]. Το όνομα της Μονεμβασίας παρέμεινε καθ’ όλη την ύπαρξή της, μεταλλάχθηκε σε Μαλβάζια από τους Ενετούς και σε Malvoisie  από τους Λατίνους (Φράγκους). Οι Οθωμανοί αποκαλούσαν την Κάτω Πόλη, Βαρόσι (προάστειο) και Καλέ (κάστρο) την Άνω Πόλη.
  1. Η Μονεμβασία ως επαρχία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας

Η Μονεμβασία διέτρεχε κινδύνους από τις βαρβαρικές ορδές από ξηράς, ή δε γεωγραφική της θέση την ανάγκαζε να επικοινωνεί με τον έξω κόσμο από θαλάσσης, και για αυτό οχυρώθηκε με ισχυρό φρούριο. Κατέστη μέγιστη ναυτική και εμπορική πόλις. Προόδευσε στις τέχνες και στη μεταποίηση (οινοποιία, βυρσοδεψία, υφαντουργία). Ήταν ονομαστή και για τα περίφημα μεταξωτά υφαντά της, τον ανθοσμίαν οίνο της Μαλβάσια και τα μεγάλα καράβια της τα οποία μετέφεραν προϊόντα σε Ανατολή και Δύση και έκαναν την πόλη γνωστή παντού. Επίσης, σημείωσε και μεγάλη πνευματική πρόοδο. Ταυτόχρονα, τηρούσε, αναδείκνυε και υπεράσπιζε πάντοτε τα ιερά και όσια του έθνους, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, τα ήθη και έθιμα και κατά την βυζαντινή αυτοκρατορία και κατά τα μετέπειτα χρόνια που γνώρισε πολλούς κατακτητές, έως την τελική της απελευθέρωσή, τον Ιούλιο του 1821.


1. Ας σημειωθεί ότι ο όρος <<Βυζαντινός>> και έτσι Βυζαντινή αυτοκρατορία αποτελεί νεολογισμό που δημιουργήθηκε από τον Γερμανό ιστορικό Ιούλιο Β’ολφ το 1562, και υιοθετήθηκε έκτοτε. Πριν, η Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν γνωστή ως Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ενώ οι κάτοικοι του κράτους του Βοσπόρου αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Ρωμαίους και ήταν υπερήφανοι για την χριστιανική τους κληρονομιά.
Είναι ακριβώς όλη αυτή η πρόοδος, η στρατηγική θέση της Μονεμβασίας αλλά και το φρόνημα των κατοίκων της  που έγιναν η αφορμή για τα μετέπειτα μεγάλα δεινά της.

  1. Η πειρατεία

Πρώτοι ορέχτηκαν τη Μονεμβασία οι κουρσάροι οι οποίοι εδεκάτηζαν και τα νησιά του Μυρτώου Πελάγους . Επειδή δεν μπορούσαν να την καταλάβουν και να την λεηλατήσουν, επέδραμαν στο κουρσάρισμα των καραβιών της και έτσι οι πλοίαρχοι και οι έμποροι υπέστησαν μεγάλες ζημιές και γενικά η οικονομική δραστηριότητα της Μονεμβασίας. Η πειρατεία διήρκεσε μακρά περίοδο και ήταν ιδιαίτερα ισχυρή για την Μονεμβασία από τον ενδέκατο αιώνα και στη συνέχεια.


  1. Η επίθεση των Νορμανδών κατά της Μονεμβασίας, το 1147, και η απόκρουσή της από τους Μονεμβασίτες

Επί Αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνού (1143-1180), ο βασιλιάς της Σικελίας Νορμανδός Ρογήρος Β, ευρισκόμενος σε πόλεμο με την αυτοκρατορία, μετά την κατάληψη της Κέρκυρας επεδίωξε να καταλάβει και την Μονεμβασία. Οι Μονεμβασίτες προέβαλαν ηρωική αντίσταση και απέκρουσαν γενναία την επίθεση των Νορμανδών οι οποίοι επέστησαν τρομακτικές απώλειες. Ο Ρογήρος Β στη συνέχεια  έκανε και νέα σχέδια επίθεσης τα οποία τελικά δεν υλοποίησε.

  1. Επίθεση, πολιορκία και αγώνες των Μονεμβασιτών κατά της Λατινοκρατίας, 1212-1249

Το 1204, κατά την Δ’ Σταυροφορία, κατελήφθη  η Κωνσταντινούπολη και ακολούθησε η Λατινική αυτοκρατορία για 60 χρόνια. Οι Λατίνοι διένειμαν τα εδάφη της Αυτοκρατορίας. Έως το 1212 όλα τα κάστρα του Μοριά κυριεύτηκαν από τους Βιλλαρδουίνους, με εξαίρεση την Μονεμβασία  προς μεγάλη τους δυσφορία, ενώ το έφεραν βαρέως. Παρά τις προσπάθειές τους δεν κατόρθωσαν να καταλάβουν την Μονεμβασία, έως το 1245. Τότε επικεφαλής του πριγκιπάτου  του Μορέως τέθηκε ο Γουλιέλμος Βιλλαρδουίνος  και επεδίωξε άμεσα ο πρώτος του   πόλεμος να είναι εναντίον της Μονεμβασίας, της  μόνης ελεύθερης πόλης της Πελοποννήσου της  οποίας τα πλοία  εξακολουθούσαν να διαπλέουν το Αιγαίο και να υποστηρίζουν τον αγώνα της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας κατά των Λατίνων της Κωνσταντινούπολης. Λόγω δε της Μονεμβασίας συχνά επαναστατούσε και η πέριξ αυτής περιοχή έως τον Ταύγετο. Η απόφαση των Μονεμβασιτών ήταν δεδομένη, να μην παραδώσουν ποτέ ζώντες την πόλη. Ένα ολόκληρο έτος διήρκεσαν οι προετοιμασίες του Γουλιέλμου Βιλλαρδουίνου, Έχοντας στρατό, πολεμοφόδια και κανόνια από πολλές λατινικές ηγεμονίες της Αθήνας, της Εύβοιας, του Αιγαίου και του Ιονίου,  το Μάρτιο του 1246 ξεκίνησε επίθεση από στεριά και θάλασσα με τις στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις του. Πίστευε ότι θα κλονίσει το ηθικό των Μονεμβασιτών και έστειλε πρεσβευτές να παραδώσουν τη πόλη χωρίς αιματοκύλισμα. Οι Μονεμβασίτες, λάτρεις των ιδανικών της ελευθερίας και ακλόνητοι πρόμαχοι της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, απάντησαν ότι η πατρίς τους είναι γέννημα θεού (εννοούντες ότι προήλθε από σεισμική καθίζηση) και ότι ουδεμία εξουσία έχουν << τα παρά του θεού κτισθέντα  ορίζειν και χαρίζειν>>2. Έτσι οι Λατίνοι  ξεκίνησαν επίθεση με 11.000 στρατιώτες και πλήθος πολιορκητικών μηχανών. Η επίθεση κατέληξε σε άγριο αιματοκύλισμα, καθώς η αντίσταση των Μονεμβασιτών ήταν επική.

2. Καταστροφικοί σεισμοί έλαβαν χώρα στη μεσογειακή λεκάνη το 375 μ.χ., οι νότιες ακτές της Πελοποννήσου μέσα από τη βύθιση ακτών και καθιζήσεις άλλαξαν τη μορφή της. Ήταν τότε που ο βράχος της Μονεμβασίας πήρε τη σημερινή ιδιόρρυθμη μορφή του. Πριν το 600 μ.χ. δεν κατοικείτο. 


Οι Λατίνοι είχαν μεγάλες απώλειες ενώ με το αίμα των αθάνατων υπερασπιστών της Μονεμβασίας εγγράφοντο οι ενδοξότερες σελίδες της βυζαντινής μας ιστορίας. Η αντίσταση των ολίγων υπερασπιστών, των Μονεμβασιτών, κατετάχθη από τους ιστορικούς στα επικά κατορθώματα και εξυμνήθη από το Χρονικόν του Μωρέως.
Ήταν γέννημα της ιεράς ιδέας της ελευθερίας και της βαθύτατης αγάπης τους προς τη γη των προγόνων τους. Οι βομβαρδισμοί, η καταστροφή οικιών, ο φόνος των κατοίκων δεν έκαμψαν την αντίσταση . Το αιματοκύλισμα κλόνισε το ηθικό του Γουλιέλμου, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να την καταλάβει δια της δυνάμεως των όπλων και αποφάσισε τη στενή της πολιορκία για να εξαναγκάσει τους υπερασπιστές να παραδοθούν εκεί που υποχωρεί κάθε αντίσταση, στη πείνα. Η πολιορκία ήταν τριετής, ο Γουλιέλμος ορκίστηκε να μη φύγει ποτέ αν δεν την κατακτήσει και επί τρία έτη χτυπούσε την πόλη συνεχώς. Για 1100 μερόνυχτα οι Μονεμβασίτες ευρίσκονταν συνεχώς σε αϋπνία, αναστάτωση και πολεμικό συναγερμό. Η πείνα όμως τους βασάνιζε συνεχώς καθώς κάθε ζώο κατάντησε τροφή τους που στη συνέχεια εξαφανίστηκε. Οι ανδρειωμένοι γίγαντες υπερασπιστές κατήντησαν σκελετοί φυλάσσοντας τις επάλξεις, αλλά πάραυτα φύλακες άγγελοι των ιερών και οσίων της γης των πατέρων τους. Σκληρός και απάνθρωπος θάνατος θέριζε τα γυναικόπαιδα. Και ενώ ο αγώνας και ο θάνατος για την ελευθερία είναι κοινό κτήμα των ελεύθερων λαών, ενώ τα σκλαβωμένα έθνη οφείλουν να επαναστατούν και να μοχθούν για να την επανακτήσουν, ο θάνατος από την πείνα εξυψώνεται σε θεϊκή θυσία. Η Μονεμβασία δια του αίματος των παιδιών της πήρε δικαιωματικά κατόπιν το προνόμιο της << ιεράς πόλεως>>. Στο τέλος της τριετίας ο Γουλιέλμος τους ζητά την παράδοση της πόλης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι Μονεμβασίτες αποφασίζουν να παραδοθούν διαπραγματευόμενοι όρους και είναι πρόθυμοι να αποθάνουν όλοι, αν ένας εξ αυτών δεν γινόταν δεκτός. Ο όροι ήταν να μείνουν ελεύθεροι, να μην πληρώνουν φόρους και να μην υπηρετούν στον στρατό ξηράς παρά μόνο στα πλοία και με το μεγαλύτερο μισθό. Έγιναν όλοι δεκτοί. Έτσι, μετά 38 χρόνια επιθέσεων και αντίστασης, συντελέσθη η παράδοση την πόλεως στους Λατίνους, το χειμώνα του 1249. Η Μονεμβασία απεδόθη ξανά στους Βυζαντινούς κατά το 1262 καθώς τη βεβήλωσή της την πλήρωσε ακριβά  ο Γουλιέλμος, ο οποίος αιχμαλωτίσθη στην Πελαγωνία (Μοναστήρι) από τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο το 1259 και παρέμεινε αιχμάλωτος για 3 χρόνια. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας, το 1262, όταν επανήλθε στη Κωνσταντινούπολη,  αντάλλαξε τον αιχμάλωτο Γουλιέλμο με το Κάστρο της Μονεμβασίας καθώς και με αυτά του Μιστρά και της Μάνης. Στην Μονεμβασία κατέφυγε εκ Κωνσταντινουπόλεως και ο Λατίνος αυτοκράτορας Βαλδουίνος ο οποίος όμως απεχώρησε για την Δύση λόγω της επιστροφής της Μονεμβασίας στους Βυζαντινούς.

  1. Πειρατική επιδρομή του Καταλανού Λαούρια, το 1299

Επί της βασιλείας του Ανδρόνικου Κομνηνού Παλαιολόγου (1282-1328) η Μονεμβασία υπέστη πειρατική επιδρομή από τον Καταλανό ναύαρχο Ρουτζιέρο ντε Λαούρια ο οποίος με τα πλοία του λεηλατούσε τα νησιά του Αιγαίου. Κατόρθωσε τον Απρίλιο 1299 να εισέλθει με δόλο, αυτός με λιγοστό στρατό, στην Κάτω Πόλη ενώ τη νύχτα εισήλθαν και οι υπόλοιποι πειρατές του. Ακολούθησε άγρια σφαγή και λεηλασία, αρπαγή λαφύρων και κατοίκων. Πολλοί κάτοικοι κατέστησαν όμηροι,  γυναικόπαιδα, άνδρες καθώς και ο Μητροπολίτης της πόλεως Νικόλαος και μεταφέρθηκαν στη Μεσσήνη της Σικελίας, όπου εκεί εξαγοράστηκαν μετά από τρία χρόνια με λύτρα από τους Μονεμβασίτες και επέστρεψαν στον τόπο τους.

  1. Προνόμια στους Μονεμβασίτες

Επί αυτοκράτορος Ανδρόνικου Κομνηνού Παλαιολόγου, η Μονεμβασία ήκμασε κοινωνικώς και πνευματικώς, είχε γίνει και σπουδαίο στρατιωτικό κέντρο και είχε ανυψωθεί σε πόλη μέγιστης πολιτικής και οικονομικής σημασίας. Οι αγώνες της για την αναστήλωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η ηρωική αντίσταση κατά των Νορμανδών, η τριετής επική άμυνά της κατά του Βιλλαρδουίνου και η ληστρική επιδρομή του Λαούρια με την αιχμαλωσία του σοφού και ενάρετου Μητροπολίτη της Νικολάου, την έκαμαν θρυλική σε όλη την αυτοκρατορία και απέσπασε την προσοχή και την εύνοια των αυτοκρατόρων της. Για όλα αυτά ο Ανδρόνικος Β’ (1282- 1328) αλλά και ο Ανδρόνικος Γ’ (1328-1341)  παρεχώρησαν στην πόλη και στην μητρόπολη οικονομικά και εκκλησιαστικά προνόμια. Τα εκκλησιαστικά περιελάμβαναν μεταξύ άλλων, τη χειροτονία από τον  μητροπολίτη της επισκόπων , την αναγόρευσή του σε έξαρχο πάσης Πελοποννήσου, την απόκτηση της προσηγορίας του παναγιωτάτου, την αύξηση της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας της Μονεμβασίας με περισσότερες επισκοπές, ανώτερες τιμές και αξιώματα, τα προτέρως ανήκοντα στον μητροπολίτη Σίδης της Παμφυλίας (Μ. Ασία), καθώς και άδεια υπογραφής ινδικτιώνα,  προνόμιο έως τότε αυτοκρατόρων, ηγεμόνων και πατριαρχών. Τα οικονομικά προνόμια της Μονεμβασίας ήταν φορολογικά, τελωνειακές ατέλειες, ελεύθερη κίνηση στα πλοία της από κάθε διοικητική, τελωνειακή και οικονομική υποχρέωση.


  1. Η Μονεμβασία κατά τα έτη 1341-1460, οι καταλήψεις από Οθωμανούς και Ενετούς και η αντίσταση των Μονεμβασιτών.

Η Μονεμβασία κατά τα έτη 1341-1460 επηρεάστηκε από την διαρκή αγωνία της αυτοκρατορίας και τους συνεχείς πολέμους για την συγκράτησή της, καθώς περικυκλωνόνταν από τους Λατίνους, αλλόθρησκα και αλλόφυλα στίφη, αλλά και σπαρασσόταν από εσωτερικές έριδες, με τους άρχοντες του Δεσποτάτου του Μυστρά να συνεργάζονται  με Φράγκους και Ενετούς για να αποσπάσουν ή να διατηρήσουν την εξουσία, αλλά και την κάθοδο των Τούρκων στη Πελοπόννησο. Έτσι, μετά τον Ανδρόνικο Γ’ έγινε αυτοκράτορας ο Ιωάννης Καντακουζηνός ο οποίος μάλιστα  έκαμε τον Μυστρά Δεσποτάτο, με πρώτο δεσπότη/ηγεμόνα του τον υιόν Μανουήλ. Τον  Ιωάννη Καντακουζηνό διεδέχθει ως αυτοκράτορα ο Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος το 1355, ενώ ο Μανουήλ Καντακουζηνός Δεσπότης του Μυστρά έμεινε έως το 1383 και επετέλεσε σημαντικό έργο στην εμπέδωση της τάξης, της ασφάλειας, εκτύπησε τους κουρσάρους αλλά και τους τοπάρχες που συνεργάζοντο με εχθρούς για την κατάληψη της εξουσίας. Το 1383 ανέλαβε Δεσπότης του Μυστρά ο υιός του Αυτοκράτορα, Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος, ο οποίος συμμάχησε με τον Βενετό Πέτρο Γριμάνη, κυρίαρχο της Μεθώνης –Κορώνης,  παραχωρών σε αυτόν την Μονεμβασία, από φόβο μήπως ο Δημήτριος Καντακουζηνός που εποφθαλμιούσε το Δεσποτάτο, την παραδώσει στους Τούρκους με τους οποίους συνεργαζόταν για την ανακατάληψη του Μυστρά, ενώ και ο άρχων της Μονεμβασίας Παύλος Μαμωνάς επικαλέσθηκε τη βοήθεια του Σουλτάνου Βαγιαζήτ κατά του Δεσπότη Θεοδώρου Α’. Έτσι, τον Ιανουάριο 1395 η Μονεμβασία κατελήφθη από τους Τούρκους για λίγους μήνες. Στη συνέχεια ακολούθησε η προσωρινή κατοχή της Μονεμβασίας από τους Βενετούς (1419-1431) κάτω από τις συνεχείς τουρκικές επιδρομές στην Πελοπόννησο, την κυριαρχία των Λατίνων και τις αδιάκοπες αλληλοφθόρους έριδες των Ελλήνων. Η χώρα ήταν στο χείλος του γκρεμού, οι πόλεις είχαν διαιρεθεί λόγω φατριαστικών διενέξεων των πολιτών και τα χωριά είχαν ερημωθεί υπό ξένων πολεμίων, η γεωργία είχε παραμεληθεί και η Πελοπόννησος είχε ερημωθεί. Η Μονεμβασία είχε και από θαλάσσης αποκλεισθεί λόγω των αλλεπάλληλων επιδρομών των Καταλανών, των Γενοβέζων και των Αλγερινών πειρατών. Έτσι, το 1419 οι Μονεμβασίτες αναγκάστηκαν να ζητήσουν την προστασία της Βενετίας. Στη συνέχεια, ο τότε αυτοκράτορας Ιωάννης Η Παλαιολόγος κατήλθε ο ίδιος στην Πελοπόννησο το 1427, μαζί με τον αδερφό του Κωνσταντίνο (τον τελευταίο αυτοκράτορα του Βυζαντίου) και ανέθεσε σε αυτόν την δημιουργία ενός νέου ελληνικού κράτους στην Πελοπόννησο. Ο Κωνσταντίνος είχε επιτυχίες στον αγώνα του, ενώ σε ένα διακανονισμό των συνόρων του Δεσποτάτου του Μυστρά με την Μεσσηνία  (Βενετοί), η Δημοκρατία της Βενετίας  υποχρεώθει να εγκαταλείψει την Μονεμβασία το 1431. Ο Κωνσταντίνος κατόρθωσε να καταλύσει την ηγεμονία των Φράγκων στην Πελοπόννησο και να οργανώσει συστηματικά τη χώρα αυτή, η οποία διαιρέθηκε σε τρία Δεσποτάτα. Το 1443 ο Κωνσταντίνος κατέστει Δεσπότης του Μυστρά, ενώ το 1449 εστέφθη αυτοκράτωρ , Κωνσταντίνος ΙΑ’, στο Μυστρά. Οι αδελφοί του Δημήτριος (Δεσπότης Μιστρά) και Θωμάς (Δεσπότης Πατρών) απεδείχθησαν κατώτεροι των περιστάσεων,  εκήρυξαν προς αλλήλους πόλεμο ενώ ο Δημήτριος κάλεσε ως συμμάχους τους Τούρκους. Το 1458, μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής εισήλθε με πολυάριθμο στρατό στην Πελοπόννησο, επέστρεψε στην Αττική και επανήλθε το 1460. Ο Θωμάς παρέδωσε αμέσως το Δεσποτάτο του στο σουλτάνο, ο δε Δημήτριος, ο οποίος είχε καταφύγει στην Μονεμβασία, συμφώνησε  να παραδώσει  το Δεσποτάτο του στο Μωάμεθ Β’, καθώς και να του δώσει την  ωραιοτάτη κόρη του Ελένη για σύζυγό του, με αντάλλαγμα την παραχώρηση προς αυτόν άλλου τόπου για να εισπράττει έσοδα και να διαβιώσει. Πρός το σκοπό αυτό ο σουλτάνος έστειλε αντιπροσωπεία στην Μονεμβασία να παραδώσουν την κόρη και το φρούριο. Και η μεν κόρη εξήλθε και εδόθει εις τον Δημήτριον και το Σουλτάνο3. Τη δε πόλη οι Μονεμβασίτες αρνήθηκαν να παραδώσουν, και απάντησαν ακριβώς κατά τον ίδιο τρόπο που είχαν απαντήσει στον Γουλιέλμο Βιλλαρδουίνο 212 χρόνια πριν. Ο σουλτάνος αφού άκουσε την απάντηση, θαύμασε και επαίνεσε τους Μονεμβασίτες. Έτσι, οι Μονεμβασίτες με το υψηλό εθνικό τους φρόνιμα, το θάρρος και την απόφασή τους να θυσιαστούν όλοι για την ιερή ιδέα της ελευθερίας έθεσαν φραγμό στις κατακτητικές βλέψεις του Μωάμεθ Β΄ και στην Μονεμβασία συνέχισε να κυματίζει με περηφάνια η σημαία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

3. H Ελένη (Μυστράς 1443- Ανδριανούπολη 1471), έγινε σύζυγος (giosde) του σουλτάνου. Ο σουλτάνος την είχε ζητήσει σε γάμο το 1458 όταν ήταν 15 ετών. Πέθανε σε νεαρή ηλικία, 28 ετών.
  1. Η προστασία του Πάπα (1460-1464) και η Δεύτερη κατοχή της Μονεμβασίας από τους Ενετούς (1464-1540)

Οι Μονεμβασίτες υπό τον ηγεμόνα τους Μανουήλ Παλαιολόγο κατέβαλαν απεγνωσμένες προσπάθειες για να κρατήσουν την πόλη ελεύθερη και ανεξάρτητη. Οι Τούρκοι που κατείχαν την απέναντι ακτή κατέστρεψαν τις φυτείες και τους αμπελώνες, ενώ οι κουρσάροι στο Μυρτώο τους είχαν εντελώς αποκλείσει και από θαλάσσης. Κατελήφθη μάλιστα η Μονεμβασία για λίγες μέρες από Καταλανούς κουρσάρους (Λόπε ντε Βαλδάγια) αλλά οι κάτοικοι τους ανέτρεψαν και τους εξεδίωξαν. Η Μονεμβασία δεν είχε καμία βοήθεια και εβρίσκετο κάθε μέρα στη διάθεση των επιδρομέων. Έτσι, ο Θωμάς Παλαιολόγος που είχε καταφύγει στη Ρώμη παρεχώρησε την Μονεμβασία στον Πάπα Πίο 13ο  (1460) ο οποίος είχε και κοσμική διοίκηση την εποχή εκείνη. Έτσι, έσβησε η τελευταία ελεύθερη πόλη της βυζαντινής αυτοκρατορίας και μαζί της και οι Παλαιολόγοι, καθώς στη συνέχεια και ο Μανουήλ Παλαιολόγος έφυγε στη Δύση. Νέα βάσανα όμως περίμεναν τους Μονεμβασίτες καθώς η παπική  διοίκηση επεδίωξε να αφελληνίσει και να εκλατινίσει τους κατοίκους και να επιβάλει τον καθολικισμό σε αυτούς. Οι Μονεμβασίτες τότε αναγκάστηκαν να στραφούν στους Βενετούς πιστεύοντας ότι η Βενετία θα σεβαστεί την εθνικότητά τους και τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Έτσι, το 1464 οι Βενετοί καταλαμβάνουν για δεύτερη φορά τη Μονεμβασία. Οι Βενετοί έκαναν σπουδαία οχυρωματικά έργα στην Πάνω και Κάτω πόλη, κάτω από την εφεύρεση της πυρίτιδας (πυροβολεία κ.α.), διάφορα μεγάλα κτίρια, το διοικητήριο,  το μέγαρο Ρενιέρη, ενώ κατασκεύασαν και τη γέφυρα που τη συνδέει έως σήμερα με τη ξηρά. Η Μονεμβασία οικονομικά όμως άρχισε να παίρνει την κατιούσα καθώς το εμπόριο περιήλθε στους Βενετούς, ενώ η κατάληψη και καταστροφή των φυτειών της απέναντι λακωνικής γης από τους Τούρκους στέρησε τις κύριες πηγές ευημερίας των κατοίκων. Ό,τι απέμεινε ήταν το απόρθητο φρούριό της. Δυνάμει της Βενετικής κατοχής η Μονεμβασία εξηρτάτο εκκλησιαστικώς από το Πάππα της Ρώμης. Έτσι, κατά τη Β’ Βενετοκρατία  απεστάλησαν καθολικοί επίσκοποι και ιερείς  οι οποίοι εξεδίωξαν τους ορθόδοξους. Οι Μονεμβασίτες όμως αντιστάθηκαν σθεναρά και δεν δέχθηκαν την κατάκτηση του Πάπα κατά της ορθοδοξίας, και πέτυχαν στην πόλη να είναι δύο επίσκοποι. Όμως οι Μονεμβασίτες υφίσταντο μεγάλες καταπιέσεις από τους Βενετούς. Έτσι, το 1494 επαναστάτησαν εναντίον τους, με ηγέτη τον Ανδρέα Παλαιολόγο, υιό του Θεοδώρου Β’ (Δεσπότη του Μιστρά), ο οποίος, επεχείρησε να ανακτήσει το Δεσποτάτο, με βοήθεια που αναμενόταν από τους Γάλλους (Κάρολος Η’). Όμως, η βοήθεια δεν ήλθε, η επανάσταση αυτή απέτυχε και οι Μονεμβασίτες πλήρωσαν ακριβά τον εθνικό τους πόθο καθώς στη συνέχεια οι Βενετοί περιόρησαν ακόμα περισσότερο την ελευθερία τους και επεδίωξαν συστηματικά τον αφελληνισμό της πόλης. Η Μονεμβασία έπαιρνε περισσότερο την κατιούσα, καθώς μάλιστα της είχαν αφαιρέσει όλα τα πλούσια εισοδήματά της από τη λακωνική γη. Αλλά την περίοδο εκείνη και η Βενετία  ως η οικονομική δύναμη της Μεσογείου άρχισε να φθίνει σε συνδυασμό με την ανακάλυψη του Ακρωτηρίου της  Καλής Ελπίδος που ευνόησε τους Πορτογάλους και τους Ολλανδούς και μείωσε την οικονομική της δύναμη. Η Βενετία δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις πολεμικές δαπάνες και αναγκάστηκε να επιβάλει βαριά φορολογία στις κατεχόμενες από αυτή χώρες. Για την Μονεμβασία, κάτω από τις πιο πάνω οικονομικές συνθήκες, η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη. Οι κάτοικοι στέναζαν από τον τουρκικό οικονομικό αποκλεισμό, από τα μέτρα της οικονομικής καταπίεσης των Βενετών αλλά και από τις ενέργειες του Πάπα για τον αφελληνισμό τους. Μάλιστα, οι Μονεμβασίτες αλλά και όσοι άλλοι ήταν υπό τον Βενετικό ζυγό κάτω από τις γενικές συνθήκες, τυραννική δεσποτεία, κάτω από την οικονομική καταπίεση αλλά και την απέχθεια και αποστροφή προς τον Πάπα, ένοιωσαν ότι ποτέ δεν καταπιέστηκαν σκληρότερα. Ενώ είχαν αντιληφθεί ότι στις τότε συνθήκες δεν μπορούσαν να αποφύγουν τον ξένο κατακτητή, ταυτόχρονα άρχισαν να πιστεύουν ότι ο τουρκικός ζυγός ήταν προτιμότερος για αυτούς. Επίσης, πίστευαν πως αν ήσαν υπό τουρκικό ζυγό θα ήταν πιο εύκολο για αυτούς να ανακτήσουν μια ημέρα την ελευθερία τους.

10.    Η δεύτερη κατοχή της Μονεμβασίας από τους Οθωμανούς  (1540-1690), και οι συνεχείς αγώνες εναντίον των Βενετών

Το 1537 επανήρχισε πόλεμος μεταξύ Τουρκίας (Σουλειμάν Β’) και Βενετίας (Δόγης Ανδρέας Γρίτης). Ο Βεζύρης της Πελοποννήσου Κασίμ πολιόρκησε δια θαλάσσης και ξηράς την Μονεμβασία και το Ναύπλιο για τρία χρόνια 1537-1540. Τα κάστρα επολιορκούντο και σκοτώθηκαν πολλοί και από τις δύο πλευρές ενώ η πείνα και η δίψα οδήγησαν πολλούς πολιορκημένους στο θάνατο. Το 1540 μετά τη ναυμαχία της Πρέβεζας (29-9-1538) η Βενετία σύναψε ειρήνη με την Τουρκία και υποχρεώθηκε μεταξύ άλλων ως πολεμική αποζημίωση να της παραδώσει το Ναύπλιο και τη Μονεμβασία . Οι Μονεμβασίτες υποχρεούντο να εκπατριστούν και να εγκατασταθούν στα Κύθηρα, καθώς οι Βενετοί κατείχαν τα Κύθηρα και ήθελαν να τους χρησιμοποιούν όπως τους Κυθηραίους ως  δουλοπάρικους και για τις πολεμικές τους ανάγκες. Οι Μονεμβασίτες με ηγέτη τον φιλόπατρι μητροπολίτη τους  Μητροφάνη αρνήθηκαν να μετοικήσουν και θέλησαν  να παραμείνουν στην γη των προγόνων τους και για αυτό αποφάσισαν να αντισταθούν. Αντιλήφθηκαν όμως ότι η αντίσταση τους και εναντίον των Βενετών και εναντίον των Τούρκων θα ήταν άνιση και μάταια. Στα Κύθηρα όμως αρνούντο  να μεταβούν λόγω της απέχθειάς τους στους Βενετούς που τους παρέδιδαν άνευ όρων στους Τούρκους. Έτσι, απελπισμένοι και με μάτια θολωμένα από το δάκρυ του εκπατρισμού, αποκαθήλωσαν τις εικόνες των εκκλησιών τους μαζί με την Παναγία την Μονεμβασίτισσα της Άνω Πόλεως, πήραν μαζί τους και τα λίγα πράγματά τους και προχώρησαν στο άγνωστο μέλλον της νέας περιπέτειάς τους. Έτσι, τη 4η Νοεμβρίου 1540 όταν ο Βενετός Φρούραρχος παρέδιδε το κάστρο στον Βεζύρη της Πελοποννήσου Κασίμ, οι Μονεμβασίτες είχαν ήδη αποχωρήσει με δικά τους πλοία για την Κεφαλονιά, την Κέρκυρα, την Κύπρο και τη Δαλματία. Στα μέρη αυτά ακόμα και σήμερα συναντούμε ονόματα και εκκλησίες Μονεμβασιτών. Οι Τούρκοι γιόρτασαν για πολλές ημέρες την κατάληψη της Μονεμβασίας ως μέγα ιστορικό γεγονός. Τότε την ονόμασαν Μενεξέ- Καλεσί (κάστρο των λουλουδιών) καθώς έτρεφαν για αυτή μια συμπάθεια και ευλάβεια από την εποχή του Μωάμεθ Β’, ο οποίος ενώ έφθασε προ των τειχών της την εσεβάσθη και την άφησε ελεύθερη. Έτσι, οι Μονεμβασίτες, κάτω από το δεύτερο τουρκικό ζυγό, διατήρησαν τα προνόμια  που είχαν από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες αλλά και επιπροσθέτως τους δόθηκε το εξαιρετικό προνόμιο να συγκατοικήσουν με τους Τούρκους στο φρούριο (Πάνω Πόλη), πράγμα που απαγορευόταν αυστηρά από την τουρκική νομοθεσία. Έτσι, όσοι Μονεμβασίτες είχαν φύγει και εκείνοι που δεν είχαν συνεργαστεί με τους          Ενετούς επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Υπό τους νέους κυρίαρχους οι Μονεμβασία απέβη αξιολογότατος εμπορικός λιμένας. Ο εμπορικός στόλος των Μονεμβασιτών διέτρεχε όλες τις θάλασσες μεταφέροντας εμπορεύματα τρίτων αλλά και Μονεμβασιτών, ενώ απειράριθμα ήταν τα εμπορικά και άλλα καταστήματα τα οποία έδιναν μεγάλη κίνηση στο μοναδικό στην Λακωνία εμπορικό αυτό κέντρο. Εκτός από τη ναυτιλία και το εμπόριο που επανήλθαν στα χέρια των Μονεμβασιτών, και η παιδεία και οι τέχνες άρχισαν να  αναλαμβάνουν, ο δε πολιτισμός της Μονεμβασίας επέδρασε τόσο πολύ επί των Τούρκων ώστε αυτοί εμάθαιναν  την ελληνική γλώσσα ως μητρική. Οι Τούρκοι δεν άσκησαν τυραννική διοίκηση, οι Μονεμβασίτες είχαν ελευθερία, περνούσαν καλά με τους Τούρκους, και ζούσαν αρμονικά μεταξύ τους Απόδειξη είναι και το γεγονός ότι κατά τον Κρητικό πόλεμο (1645-1669), οι Μονεμβασίτες, σε αντίθεση με του υπόλοιπους Έλληνες της Πελοποννήσου, ήσαν με τους Τούρκους.
Το 1645 επί Δόγη της Βενετίας Φραγκίσκου Ρίτσου η Τουρκία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Βενετίας με σκοπό να καταλάβει την Κρήτη. Οι Βενετοί αντιστάθηκαν και για να φέρουν αντιπερισπασμό στους Τούρκους επιτέθηκαν στα ανατολικά παράλια της Πελοποννήσου τα κατεχόμενα από τους Τούρκους. Έτσι, το 1654 ο Βενετός ναύαρχος Φώσκολος επιτέθηκε και στη Μονεμβασία η οποία ήταν θαυμάσιο ορμητήριο των Τούρκων στις επιχειρήσεις τους  εναντίον της Κρήτης. Καίτοι οι Βενετοί είχαν επιτυχίες αλλού, Χίο, Πάρο, Εύβοια, Μήλο, απέτυχαν στη Μονεμβασία και αναγκάστηκαν να αποπλεύσουν λεηλατώντας όμως πρώτα την απέναντι λακωνική γη.  Το 1663 στην Μονεμβασία επιτέθει ο αρχιναύαρχος της Δημοκρατίας Φραγκίσκος Μοροζίνι , επωφεληθείς μια απουσία του τουρκικού στρατού του Κάστρου στο εσωτερικό της Πελοποννήσου. Οι Τούρκοι .φεύγοντας είχαν εμπιστευθεί την άμυνα της Μονεμβασίας στους Έλληνες. Ο Μοροζίνι βομβαρδίζει και καταστρέφει τη συνδετική γέφυρα  και στη συνέχεια στέλνει πρέσβεις και ζητά από τους Έλληνες την παράδοση της πόλης. Οι Μονεμβασίτες του εξήγησαν ότι η πόλη είναι υπό την εξουσία των Τούρκων και ενώ αυτοί λείπουν δεν παραδίδουν την πόλη. Ο Μοροζίνι αποφασίζει τότε γενική επίθεση κατά του Κάστρου από ξηρά και θάλασσα η οποία διήρκησε 40 ημέρες , χωρίς κανένα αποτέλεσμα καθώς οι Έλληνες του Κάστρου αντιστάθηκαν σθεναρά, μάλιστα δε τα μονεμβασίτικα τηλεβόλα είχαν μεγαλύτερο βεληνεκές από αυτά των βενετσιάνικων πλοίων. Η πολεμική δύναμη αλλά και το ηθικό των Βενετών άρχισε να  κάμπτεται. Ο Μοροζίνι απεφάσισε τότε να λύσει την πολιορκία και απέπλευσε για Κρήτη. Έτσι, έληξε η πρώτη επίθεση του Μοροζίνι κατά της Μονεμβασίας, η οποία στη συνέχεια απέτυχε και στη Κρήτη. Οι Τούρκοι επιστρέφοντας χάρηκαν και ένοιωσαν λύτρωση καθώς διαπίστωσαν ότι οι Έλληνες νίκησαν μόνοι τους Βενετούς. Οι Έλληνες του Κάστρου είχαν δίκιο καθώς η διοίκηση της Βενετίας υπήρξε πολύπλοκος, καταπιεστική και δυσβάστακτος (ελευθερία, φόροι, δικαιοσύνη, ήθη και έθιμα, γλώσσα, θρησκεία, απέχθεια λατινικού κλήρου, απαγόρευση επικοινωνίας με Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης), ενώ υπό την τουρκική διοίκηση απολάμβαναν πλήρους ελευθερίας και των προνομίων που αναφέρθηκαν πιο πάνω.
Αλλά το 1687 ο Μοροζίνι επιτέθηκε κατά της Μονεμβασίας για δεύτερη φορά καθώς το 1684 είχε εκραγεί νέος τουρκοβενετικός πόλεμος. Ο Μοροζίνι προηγουμένως πέτυχε να καταλάβει όλη την Πελοπόννησο, με εξαίρεση την Μονεμβασία και τον Μιστρά. Στη Μονεμβασία, έχοντας την προηγούμενη εμπειρία έστειλε πρέσβεις ζητώντας την παράδοσή της. Οι Τούρκοι αρνήθηκαν την παράδοσή της. Ο Μοροζίνι τότε διέταξε τον υποναύαρχό του   Βενιέρη να καταλάβει την πόλη, ο ίδιος δε αποχώρησε στην Αττική όπου τότε πολιόρκησε την Ακρόπολη και κατέστρεψε τον Παρθενώνα. Την τουρκική φρουρά, πέραν των Ελλήνων του Κάστρου,  ενίσχυσαν και Έλληνες από τη Λακωνία και τα Κύθηρα. Η αντίσταση των  καστρινών ήταν σθεναρή  παρά τον βομβαρδισμό του μεγάλου βενετικού στόλου. Αλλά και οι επιτυχίες των πυροβόλων του Κάστρου ήσαν σημαντικές. Παρόλα αυτά οι Μονεμβασίτες υπέστησαν μεγάλες απώλειες, πείνα και ασθένειες. Τελικά, οι Βενετοί έλυσαν την πολιορκία.
Αλλά υπήρξε και τρίτη πολιορκία της Πελοποννήσου από τον Μοροζίνι το 1689-1690, καθώς την καταλειφθήσα από αυτόν Πελοπόννησο την ονόμασε Βασίλειο του Μορέως, την χώρισε σε 4 επαρχίες, η μια εκ των οποίων ήταν η Λακωνία με πρωτεύουσα την Μονεμβασία η οποία όμως δεν εβρίσκετο υπό βενετική κυριαρχία. Η τρίτη αυτή πολιορκία ήταν πολύ καλύτερα οργανωμένη εκ μέρους του με πύργους και πυργίσκους και άλλα οχυρωματικά έργα στο απέναντι όρος Σαμαράκι, για να αποκόψει την επικοινωνία των Τούρκων, την Πορταζιά (Αγία Παρασκευή), με πυροβολικό, κ.α. Καθώς έλαβε και νέες στρατιωτικές ενισχύσεις ξεκίνησε  γενική επίθεση κατά του φρουρίου τον Μάρτιο του 1689. Και οι δύο πλευρές έδειξαν αξιοθαύμαστη γενναιότητα και επακολούθησε άγριο αιματοκύλισμα. Οι Μονεμβασίτες επανακαταλάμβαναν προμαχώνες, επισκεύαζαν τις νύχτες τα τείχη. Αλλά και οι ναυτικές επιχειρήσεις των βενετών απέτυχαν, δεν πέτυχαν να καύσουν και να βυθίσουν τις 4 τουρκικές γαλέρες οι οποίες βρίσκονταν στο Πορτέλο αλλά αντίθετα εφονεύθει ο υποναύαρχος Βενιέρης. Περιγράφοντας αυτή την τρίτη πολιορκία, είναι απίστευτο το μέγεθος των πολεμοφοδίων και αριθμός των στρατιωτών, αξιωματικών και ναυτών που μετέφεραν σταδιακά οι Βενετοί για να καταλάβουν το Κάστρο αλλά και πόσες λυσσώδεις μάχες δόθηκαν σε ξηρά και θάλασσα. Από την πλευρά της οθωμανικής αυτοκρατορίας όμως δεν εστάλη βοήθεια, δε ο Καπιτάν Πασάς που εστάλη από τον Μέγα Βεζύρη   Κιουπριλή  Ζόδε Μουσταφά, άργησε να φθάσει στην Μονεμβασία λόγω άλλων επιχειρήσεων στη πορεία, ενώ όταν έφθασε την βρήκε πλήρως πολιορκημένη χωρίς να δυνηθεί να διασπάσει τον αποκλεισμό, και αυτός αλλά και άλλοι που απέστειλε. Στο μεταξύ οι Βενετοί τώρα επιδίωξαν να καταλάβουν πρώτα την Κάτω Πόλη υπολογίζοντας να κάμψουν έτσι το ηθικό των πολιορκημένων. Κάνοντας απελπισμένες προσπάθειες με μεγάλες απώλειες κατόρθωσαν να καταλάβουν μέρη του δυτικού τείχους της Κάτω Πόλεως και,   αγκιστρωμένοι σε αυτά για 2 μήνες, να ανατινάξουν τελικά την γωνιαία εξωτερική πλευρά του πυργίσκου. Οι Τούρκοι, απελπισμένοι και χωρίς βοήθεια από την εγκατάλειψη εκ μέρους της κυβέρνησής τους και αγανακτισμένοι από την αδράνεια του Καπιτάν Πασά, υπέκυψαν υπό τον όρο να φύγουν στην Κρήτη, παίρνοντας και την κινητή τους περιουσία. Απεχώρησαν 1200, μεταξύ των οποίων και 300 πολεμιστές  έχοντας φονευθεί 200 πολεμιστές τους. Στις 10 Ιουνίου 1690 υπεγράφει η παράδοση του φρουρίου  στους Βενετούς. Πέραν του άφθονου πολεμικού υλικού, περιήλθαν σε αυτούς και 68 ορειχάλκινα κυρίως πυροβόλα. Την παράδοση της Μονεμβασίας οι Βενετοί θεώρησαν ως μέγα γεγονός και εώρτασαν μεγαλοπρεπώς. (Ο Μοροζίνι απέθανε στο Ναύπλιο το 1694, ευρισκόμενος σε μια τέταρτη αποστολή στη Πελοπόννησο, αυτή τη φορά κυρίως για την πολιορκία της Κρήτης).

11.    Η Τρίτη και τελευταία κατοχή της Μονεμβασίας από τους Ενετούς 1690-1715 και η πώλησή της στους Οθωμανούς

Η Βενετία την περίοδο εκείνη χαρακτηριζόταν από κακοδιοίκηση, το εμπόριο λειτουργούσε μέσω του απαγορευτικού συστήματος, το οποίο εδέσμευε και επέβαλε βαρείς φόρους, η διοίκηση ήταν πολύπλοκη , καταπιεστική και δυσβάσταχτη  και επιπλέον η εισβολή του δυτικού θρησκευτικού δόγματος και της ξένης γλώσσας  έκαναν την Μονεμβασία  αλλά και όλους τους Πελοποννήσιους να εξεγείρονται καθώς δεν έβλεπαν μια χρηστή διοίκηση και ανεξίθρησκη πολιτική, επεδίωκαν δεν την έλευση των Τούρκων παρά τους Βενετούς. Ωστόσο, κατά την τρίτη αυτή κατοχή, ιδιαίτερα στη Μονεμβασία, οι Βενετοί παρουσίασαν μια καλύτερη διοίκηση οφειλόμενη κυρίως στον Μονεμβασίτη ιατρό- φιλόσοφο, Ανδρέα Λικίνιο , ο οποίος επέστρεψε από την Κέρκυρα έχοντας τον τίτλο του Κόμητος της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, και εγκαταστάθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την  Μονεμβασία. Ο ίδιος ο Λικίνιος είχε σώσει τον Σουλτάνο  Αχμέτ Γ’ στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος είχε προσβληθεί από ευλογιά. Ο Σουλτάνος στη συνέχεια εξέδωσε το <<Χάτι- Σερίφι>> για το Λικίνιο, όπου ουδείς στην αυτοκρατορία ηδύνατο να βλάψει το σωτήρα του. Ο Λικίνιος επανήλθε στην Μονεμβασία το 1700. Ανεστήλωσε ναούς, ανήγειρε το ναό του Αγίου Νικολάου, ανήγειρε μέγαρο το οποίο κατέστησε Κέντρο της Εθνικής Ιδέας και της Ορθοδοξίας. Επίσης, οι Βενετοί έκτισαν φρούρια, στρατώνες δημόσια κτίρια, ενίσχυσαν την άμυνα και ανήγειραν πύργο στη γέφυρα που ενώνει τη νησίδα της Μονεμβασίας με τη λακωνική γη.  Ωστόσο, οι Βενετοί πώλησαν την Μονεμβασία στους Τούρκους το 1715. Η Τουρκία επιθυμούσε να ανακαταλάβει την Πελοπόννησο και κήρυξε πόλεμο κατά της Βενετίας το 1714. Ο Τουρκικός στρατός με 160 πλοία και 120.000 άνδρες έφθασε στον Ισθμό τον Ιούνιο 1715 και σε δύο μήνες κατέλαβε όλα τα φρούρια της Πελοποννήσου πλην της Μονεμβασίας. Καθώς οι Τούρκοι εσκέπτοντο πολύ προσεκτικά αν πρέπει να της επιτεθούν λόγω του απόρθητου φρουρίου, οι τυχάρπαστοι Βενετοί προθυμοποιήθηκαν να την πουλήσουν, να την παραδώσουν έναντι χρηματικού ποσού. Μάλιστα, ο Βενετός Διοικητής προηγουμένως λεηλάτησε την πόλη και πήρε μαζί του  κιβώτια με λάφυρα τα οποία για να γλιτώσει, παρέδωσε τους άοπλους κατοίκους της Μονεμβασίας ως <<σκλάβους>> στην Τουρκία  με την κατηγορία ότι ζητούσαν  πολεμοφόδια για να πολεμήσουν τους Τούρκους.  Οι Έλληνες αρνούντο σθεναρά την κατηγορία, όμως ο οθωμανικός στρατός δεν μεταπείσθηκε. Μέσα από αυτή την προδοσία των Βενετών,  οι Τούρκοι τιμώρησαν ιδιαίτερα τους πρόκριτους της Μονεμβασίας αλλά και άλλους Μονεμβασίτες, ορισμένους εφόνευσαν επί τόπου και άλλους απέστειλαν σιδηροδέσμιους στην Κωνσταντινούπολη , μεταξύ αυτών και τον Ανδρέα Λικίνιο. Ματαίως οι Έλληνες εκεί ηγωνίσθησαν να αποδείξουν την αθωότητά τους και απηγχονίσθησαν.

12.    Η τρίτη και τελευταία κατοχή της Μονεμβασίας από τους Τούρκους 1715-1821. Τα προεπαναστατικά γεγονότα

Με την συνθήκη του Πασσάροβιτς (Σερβία) το 1718 υπεγράφη ειρήνη μεταξύ Βενετίας και Τουρκίας, ενώ από τότε κατέρρευσε το ανατολικό κράτος της Βενετίας. Έτσι, 265 χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως οριστικοποιήθηκε η τουρκική κατοχή στην Πελοπόνησσο η οποία στη συνέχεια διήρκησε 106 χρόνια.
Επί τουρκοκρατίας, η Μονεμβασία παρέμεινε πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας και έδρα του Τούρκου Βοεβόδα. Επειδή, πλέον δεν υπήρχε ο κίνδυνος των Βενετών, οι Τούρκοι άφησαν μια μικρή φρουρά 50 στρατιωτών. Ο πληθυσμός της Μονεμβασίας διαδοχικά αυξανόταν και το 1750 στην Μονεμβασία κατοικούσαν 4.500 Έλληνες και Τούρκοι, οι τελευταίοι έφθασαν από την Μικρά Ασία μετά το 1715. Στην Κάτω Πόλη έμεναν Έλληνες και Τούρκοι έμποροι και εργαζόμενοι ενώ στην Πάνω Πόλη οι σημαίνοντες Τούρκοι, μπέηδες, αγάδες και χοτζάδες. Στην Πάνω Πόλη κατοικούσαν και περίπου 150 Έλληνες στους οποίους επετράπη να παραμείνουν προνομιακά όπως και το 1540. Οι Τούρκοι της Μονεμβασίας ήσαν κατά πλείστον κρατικοί υπάλληλοι, μπέηδες, κτηματίες και χοτζάδες. Η ιστορική παράδοση τους παρουσιάζει ως άνδρες ωραίους και γενναίους, ενώ δέχτηκαν ξανά μεγάλη επίδραση από τους Έλληνες καθώς ούτε τη γλώσσα τους έφθασαν να ομιλούν πλέον ούτε η δεσποτεία τους ήταν τυραννική. Νέα μεγάλη ακμή χαρακτήρισε αυτή την περίοδο  την Μονεμβασία , καθώς διατήρησε τις αρχοντικές της οικογένειες, παρά την μικρή περίοδο των Βενετών, αλλά και την εξωτερική και πνευματική της κίνηση. Όμως, κατά την επανάσταση του 1769-70 στην Πελοπόννησο η οποία υποκινήθηκε από την Ρωσία (Ρωσοτουρκικός πόλεμος 1768-1774), και ακολούθως απέτυχε, υπήρξαν σκληρές συνέπειες για τους  κατοίκους της Πελοποννήσου από τους Τούρκους, καθώς η χώρα υπέστη συστηματική καταστροφή ενώ πολλοί κάτοικοί της εσφάγησαν από τις αλβανικές ορδές, οι οποίες απαρτίζονταν από σκληρούς ανθρώπους, άρπαγες γης και παράνομους κλέφτες- ληστές. Η ίδια τύχη περίμενε τους Μονεμβασίτες που συμμετείχαν στην αποτυχημένη επανάσταση. Πολλοί Μονεμβασίτες μαζί με τον Μητροπολίτη ανεχώρησαν για την Ρωσία, άλλοι εσφάγησαν, ενώ τότε (1770) εξετελέσθη και η τελειωτική καταστροφή των ονομαστών αμπελώνων που παρήγαν τo περίφημο ανθοσμία  οίνο Mαλβαζία. Έκτοτε, η Μονεμβασία η οποία κατόρθωσε δια μέσου των αιώνων να διατηρήσει ανόθευτα τα ελληνικά ήθη και την γλώσσα, απώλεσε, ένεκα της αλβανικής επιδρομής, τη σπουδαιότητά της.
Ωστόσο, από τα πρώτα έτη αυτής της, τελευταίας, τουρκικής κατοχής στην Πελοπόννησο, οι Έλληνες έχοντας την εμπειρία των κατακτητών, καθώς και των << παιγνιδιών εξουσίας>> των ισχυρών κρατών, την αγωνία των μελλοντικών εξελίξεων και την ανάγκη να διαφεντέψουν οι ίδιοι τον τόπο τους, άρχισαν σταδιακά να προετοιμάζονται για τον ξεσηκωμό. Οι πιο τολμηροί κατέφυγαν στον ελεύθερο βίο του βουνού, όπου τις παραμονές της επανάστασης του 1821 απαριθμούσαν 5.000 εμπειροπόλεμους. Και η επαρχία της Μονεμβασίας έφθασε να έχει ισχυρούς οπλαρχηγούς (αδελφοί Καρακίτσου, Κρεμαστιώτης, Δρίβας, Κατσαντώνης, Κρανίδης, Ξανθάκης, Στρατηγούλης) και ήταν μεταξύ των πρώτων στις δυναμικές προσπάθειες του έθνους για την ανάκτηση της ελευθερίας του  όπως και μεταξύ των πρώτων στους κρυφούς κόλπους της Φιλικής Εταιρείας. Το 1818  διαδόθηκε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας , το 1819 κατατάχθηκαν οι αρχιερείς και οι προύχοντες, ενώ το 1820 το μυστήριο επεκτάθηκε στις λαϊκές τάξεις. Η Μονεμβασία  συγκαταλέγεται μεταξύ των πρώτων πόλεων που αντιπροσωπεύθηκε στους κρυφούς κόλπους της Φιλικής Εταιρείας, με φιλικούς τον μητροπολίτη της Χρύσανθο Παγώνη, τον Παναγιώτακη Καλογερά,  τον Ιωάννη Δεσποτόπουλο ή Ευγενίδη, τον Αντώνιο Καλογερά και τον Θωμά Σπανιωλάκη – Σπανιώλο. Οι φιλικοί, καθώς το μυστικό διαδίδετο ραγδαία, επιθυμούσαν επίσπευση της κήρυξης της επανάστασης. Οι Τούρκοι υποψιάστηκαν προετοιμασία των Ελλήνων για επανάσταση στην Πελοπόννησο και παρά το ότι στην αρχή  θεώρησαν το θέμα αυτό ως ραδιουργία του Αλή Πασά (πασάς Ιωαννίνων), τον οποίο πολεμούσε ο Χουρσίτ Πασάς (διοικητής της Πελοποννήσου), ζήτησαν όπως όλοι οι αρχιερείς και προεστοί  της Πελοποννήσου μεταβούν στην Τρίπολη και αν έλθουν δεν θα υπάρξει ουδεμία υποψία, εάν δεν έλθουν θα θεωρηθούν αίτιοι των κινημάτων. Έτσι, 9 αρχιερείς και 12 προύχοντες της Πελοποννήσου έφθασαν στην Τρίπολη, τον Φεβρουάριο, ελπίζοντας ότι έτσι θα κατευνάσουν τους Τούρκους, καθώς μάλιστα πλησίαζε και το Πάσχα και έπρεπε να εκπληρώσουν τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις. Μεταξύ των αρχιερέων ήταν και ο μητροπολίτης Μονεμβασίας, Χρύσανθος Παγώνης. Όλοι στη συνέχεια κατεσφάγησαν.
Στο μεταξύ, στη Πελοπόννησο τα προεπαναστατικά γεγονότα επισπεύθηκαν ραγδαία. Στις 23 Μαρτίου 1821, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης έρχεται στην Καλαμάτα και ξεκινά την επανάσταση και στις 24 Μαρτίου 1821 εστάλη η πρώτη προειδοποίηση στις ευρωπαϊκές Αυλές από τον Πέτρο Μαυρομιχάλη και την Μεσσηνιακή Σύγκλητο.

13.    Η επανάσταση στην Μονεμβασία. Η πολιορκία της Μονεμβασίας, Απρίλιος- Ιούλιος 1821. Οι αγώνες και η απελευθέρωση

Για την απελευθέρωση της Μονεμβασίας, τα επαναστατικά σώματα συγκεντρώθηκαν στις 28 Μαρτίου 1821 στην απέναντι λακωνική ακτή. Οι επαναστάτες με τους οπλαρχηγούς τους ήσαν από την Μάνη, την Τσακωνιά, την επαρχία της Μονεμβασίας, την Κυνουρία και τον Σέλινο Κρήτης (στο σώμα αυτό των Κρητών ήταν και ο πατέρας του Ελευθέριου Βενιζέλου, Κυριάκος),  συνολική δύναμη 1500 ανδρών. Ακολούθησε και αποκλεισμός της θάλασσας, 3-4 Απριλίου, με τον κατάπλου σπετσιώτικων πλοίων. Αρχηγός όλων στην ξηρά ήταν ο Πέτρος Μαγγιώρος Γρηγοράκης, πρωτότοκος υιός  του ηγεμόνα της Μάνης και στη θάλασσα σπετσιώτης καπετάνιος Γεώργιος Πάνου. Από την πόλη της Μονεμβασίας αρχηγοί ήταν οι Ιωάννης Δεσποτόπουλος και Χρήστος Καλογεράς, για τους φιλικούς. Στις 28 Μαρτίου, εξήλθαν 250 Τούρκοι στρατιώτες και μαζί με 250 τουρκαλβανούς που εβρίσκοντο στην Παλαιά Μονεμβασία (στάθμευσαν εκεί λόγω καιρού, μετεβαίνοντες στη Πρέβεζα) προσπάθησαν να ανακόψουν τους Έλληνες επαναστάτες χωρίς επιτυχία και με απώλειες και για αυτό επανήλθαν στο κάστρο το οποίο και έκλεισε και έτσι άρχισε η πολιορκία. Το κάστρο με 4.500 κατοίκους υποστήριζαν 1.000 εμπειροπόλεμοι και γενναίοι μαχητές με άφθονο πολεμικό υλικό, επαρκές για μακροχρόνια πολιορκία. Γενικά, ήταν απόρθητο. Οι Τούρκοι πίστευαν ότι θα φθάσει τουρκική βοήθεια και από στεριά και από θάλασσα. Ωστόσο, η τουρκική αρμάδα πού εξήλθε από τα Δαρδανέλια ενικήθει στη Λέσβο (Ερεσσό), ενώ η στεριανή βοήθεια ανακόπηκε από τη μάχη στο Βαλτέτσι (Αρκαδία). Οι αποκλεισμένοι Τούρκοι στο κάστρο δεν γνώριζαν αυτά τα γεγονότα και με πίστη και αγωνία περίμεναν τους ομοεθνείς τους. Μάλιστα τον Απρίλιο 1821 έλαβαν και επιστολή από τους αγάδες του Ναυπλίου να περιμένουν αυτή την βοήθεια. Έτσι, οι Τούρκοι του κάστρου ενεθάρρυσαν και μάλιστα απεφάσισαν το εγχείρημα να εξέλθουν  140 από τους γενναιότερους μαχητές τους και να επιτεθούν σε ελληνικό στράτευμα, βόρεια της Μονεμβασίας εις τα μετόπισθεν των Ελλήνων, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες είχαν χάσει το ηθικό τους αφού γνώριζαν ότι κατέρχοντο νέοι Τούρκοι, (ενώ οι Έλληνες γνώριζαν την πραγματικότητα,  ότι δηλαδή δεν θα κατέλθουν). Ο Παναγιώτης Καλογεράς εντός του κάστρου το μαθαίνει από τον Τούρκο αρχηγό της Κάτω Πόλεως, οι Τούρκοι της κάτω πόλης ήταν οι περισσότεροι και οι πτωχότεροι και λόγω της μεγάλης δοκιμασίας που περνούσαν (βλέπε πιο κάτω), ήθελαν την παράδοση του κάστρου και εβρίσκοντο σε διάσταση με τους αγάδες. Ειδοποιήθηκαν έτσι τα πολιορκητικά σώματα των Ελλήνων. Για αυτό, οι 140 Οθωμανοί και οι 10 του πληρώματος της γολέτας, φθάνοντας στη βόρεια τοποθεσία, πολιορκήθηκαν, ορισμένοι εφονεύθηκαν ενώ οι υπόλοιποι  παραδόθηκαν (18 Μαίου 1821) κάτι που στοίχισε ισχυρά σε ηθικό στους Τούρκους του κάστρου. Στο μεταξύ οι Τούρκοι έμαθαν και για τη μάχη στο Βαλτέτσι και για την ναυμαχία στην Ερεσσό (Λέσβο) και ένιωθαν απογοητευμένοι αλλά και ανήσυχοι από την  πείνα που στο μεταξύ είχε αρχίσει. Η κατάσταση  αυτή χειροτέρευσε στα μέσα Ιουνίου, τότε που οι 50 αγάδες της Κάτω Πόλεως πήραν τις οικογένειές τους και τις τροφές και ανήλθαν στην Πάνω Πόλη και μαζί με τους ομοεθνείς  τους της Πάνω Πόλεως εκλείσθησαν εκεί, αφήνοντας τους άλλους ομοεθνείς τους της Κάτω Πόλεως στη διάκριση της πείνας και του πολέμου. Επεδίωξαν έναντι πάσης θυσίας να κρατήσουν την Πάνω Πόλη περιμένοντας τουρκική βοήθεια. Αυτό, όμως, να αφήσουν ομοεθνείς τους στην Κάτω Πόλη, απεδείχθει μεγάλο λάθος τους.  Στη Κάτω Πόλη άρχισε αφάνταστη τραγωδία λόγω έλλειψης τροφών. Φρικιαστικές σκηνές εκτυλίσσονταν  για τους Έλληνες και τους Τούρκους της Κάτω Πόλεως καθώς έσφαζαν και έτρωγαν τα ζώα ενώ υπήρξαν υπόνοιες για ανθρωποφαγία. Οι Τούρκοι της Κάτω Πόλεως τότε, συμφώνησαν να παραδοθούν εξασφαλίζοντας την ζωή και την τιμή τους. Ωστόσο, οι Έλληνες πολιορκητές αρνήθηκαν και ζήτησαν όλο το κάστρο ή τίποτα. Οι Τούρκοι όμως της Πάνω Πόλεως αρνήθηκαν και προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να παραδόσουν την πόλη. Ταυτόχρονα, στα ελληνικά στρατόπεδα χαλάρωσε η πολιορκία λόγω της καθυστέρησης στην κατάληψη αλλά και λόγω έλλειψης τροφών. Πολλά τμήματα άρχισαν να αποχωρούν και υπήρξε κίνδυνος  να διαλυθεί η πολιορκία, αφού πίστευαν ότι οι Τούρκοι είχαν ακόμα μεγάλο απόθεμα χρόνου, ενώ η πραγματικότητα για την Κάτω Πόλη ήταν ακριβώς αντίθετη. Έτσι, ένα πρωινό του Ιουλίου, με εντολή του Παναγιωτάκη Καλογερά, τρεις θαλασσόλυκοι Μονεμβασίτες ψαράδες  βούτηξαν  στα νερά της θάλασσας από το Πορτέλο και παρά την σωματική τους αδυναμία και τον αντίθετο άνεμο που έπνεε, εκολύμβησαν  μέχρι την βόρεια ακτή της λακωνικής γης και μετέφεραν εξαντλημένοι επιστολή που εξηγούσε την πραγματική κατάσταση στο κάστρο. Έτσι,  το πολύτιμο γράμμα έφθασε στα χέρια Ελλήνων καπεταναίων. Οι Τούρκοι στρατιωτικοί στο κάστρο αντελήφθησαν τι γινόταν και κανονιοβόλησαν, χωρίς αποτέλεσμα, του τρεις Μονεμβασίτες καθώς κολυμπούσαν. Στη συνέχεια επεδίωξαν να κατηγορήσουν τον Καλογερά ως υποκινητή, όμως οι οικογένειες των τριών μαχητών αρνήθηκαν να παραδεχθούν κάτι τέτοιο και ξυλοκοπήθηκαν από τους Τούρκους οι οποίοι αποφάσισαν στη συνέχεια να φονεύσουν τον πατέρα του ενός εξ αυτών. Κατέσφαξαν τον εθνομάρτυρα γέροντα Λελάκη και κατατυράννησαν την ηρωίδα Μονεμβασίτισα  Βενέτα. Επιπροσθέτως, σχεδίαζαν να εκδικηθούν τους Έλληνες προκρίτους και φιλικούς, όταν έμαθαν τις λεπτομέρειες. Τελικά, οι Τούρκοι ζήτησαν να παραδοθούν δια συνθήκης, κατόπιν πίεσης και των ομοεθνών τους της Κάτω Πόλεως. Τα γεγονότα συνέβησαν ως εξής: Οι Τούρκοι της Άνω Πόλεως δεν σχεδίαζαν κάτι τέτοιο καθώς και τρόφιμα και νερό είχαν και θα περίμεναν για αρκετό καιρό τουρκικές ενισχύσεις. Ωστόσο, οι Τούρκοι της Κάτω Πόλεως υπέφεραν, πεινούσαν και διψούσαν μαζί και εξίσου με τους Έλληνες. Έτσι, συνεννοηθέντες με τους Έλληνες, οι Τούρκοι της Κάτω Πόλεως εισήλθαν και αφόπλισαν την φρουρά της Άνω Πόλεως, συνεπλάκησαν αιματηρά με τους αγάδες της Πάνω Πόλεως (στη συμπλοκή εφονεύθει και ο αρχηγός της ναυτικής δύναμης) και τους ανάγκασαν να αποδεχθούν την από κοινού σύνταξη των όρων της συνθήκης για την παράδοση του φρουρίου στους Έλληνες. Τελικά, μετά από διαπραγματεύσεις καθορίστηκαν οι όροι της συνθήκης. Οι Τούρκοι θα παρέδιδαν όλο τον ατομικό και βαρύ οπλισμό και θα μετέβαιναν στα Κύθηρα ή στην Μ. Ασία, έχοντας τα προσωπικά τους είδη και λίγα χρήματα, από ελληνικά πλοία παρουσία Γάλλων και Άγγλων προξένων. Έτσι και έγινε. Στις 23 Ιουλίου 1821 Έλληνες πλοίαρχοι τους μετέφεραν με πλοία στη Μ. Ασία και επέστρεψαν με τη βεβαίωση των προξένων ότι ουδεμία αταξία εγένετο σε βάρος των Τούρκων κατά το ταξίδι και κατά την αποβίβαση4.
Η Μονεμβασία, τώρα,  μετά από 361 χρόνια όταν έφυγε από αυτή ο τελευταίος ηγεμόνας της Μανουήλ Παλαιολόγος (1460), και αφού στο μεταξύ είχε κατακτηθεί για 14 χρόνια από τους Λατίνους, για 5 χρόνια από τον Πάπα, για 115 χρόνια (15+75+25) από τους Βενετούς και για 256 χρόνια ( 4 μήνες +105 +106) από τους Τούρκους, παρεδόθη σε ένα άλλο βυζαντινό πρίγκιπα, τον Αλέξανδρο Καντακουζηνό. Το παράδοξο, απίστευτο  και μυθώδες συνετελέσθη, καθώς ολοκληρώθηκε μέσα σε 4 μόλις μήνες. Ταυτόχρονα, η απελευθέρωση της Μονεμβασίας βοήθησε ώστε να εμψυχωθεί το ηθικό των απανταχού Ελλήνων και των επαναστατών. Ο αγώνας τους άξιζε να συνεχιστεί για την απελευθέρωση της πατρίδας. Ταυτόχρονα, όλο το σημαντικό πολεμικό υλικό (πυροβόλα, βόμβες, όλμοι, τουφέκια, φυσίγγια, μόλυβδος για φυσίγγια, τόνοι πυρίτιδας, πολεμικά μηχανήματα και εξαρτήματα), μεταφέρθηκε στα πολιορκητικά στρατεύματα της Τριπόλεως, του Ναυπλίου, της Κορίνθου και του Νεοκάστρου και συνέβαλε στην ταχύτερη πτώση τους.

4. Οι Τούρκοι έφυγαν με μεγάλη λύπη και απογοήτευση καθώς η Μονεμβασία ήταν η πατρίδα τους. Μεταφέρθηκαν στην Ν. Έφεσο / Κουτσάντασι. Πολλοί από αυτούς επιθυμούσαν επίμονα να επιστρέψουν στα σπίτια τους και να ζήσουν εκεί. Σύμφωνα με πληροφορίες του 1850, βοηθούασαν και φρόντιζαν τους Έλληνες που έφθαναν στη νέα τους πατρίδα και τους θεωρούσαν αδελφούς τους. Δεν μπορούσε να είναι τα πράγματα διαφορετικά. 256 χρόνια ειρηνικής και αρμονικής συμβίωσης των Ελλήνων και των Τούρκων, παρά τις θρησκευτικές τους διαφορές, και   κοινών τους αγώνων ενάντια στους μισητούς Βενετούς, έκαναντη φιλία και την αγάπη να βρουν χώρο και να φωλιάσουν στις καρδιές τους.

ΙΙ. Γιατί η Μονεμβασία είναι μαρτυρική πόλη


Από την πιο πάνω σύντομη αναφορά στην ιστορία της Μονεμβασίας μπορούν να εξαχθούν όλα τα στοιχεία που υποστηρίζουν ότι είναι μαρτυρική πόλη καθώς είναι διάχυτα σε όλα αυτά τα χρόνια από την κτίση της το 600 μ.χ. έως την τελευταία απελευθέρωσή της το 1821:

  1. Κάτοικοι της λακωνικής γης, για να αποφύγουν τη σφαγή και την ατίμωση από τους Αβάρους, αντί να πάρουν το δρόμο της ξενιτιάς που θα οδηγούσε και στην εξάλειψη κάθε  ελληνικού στοιχείου μετοίκησαν σε αυτό τον άγονο και δύσβατο τόπο-νήσο της Λακωνίας περί τπ 600 μ.χ. και έχτισαν την πόλη, διατηρώντας σε αυτή την εσχατιά της Ελλάδος το ελληνικό στοιχείο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, και τα ήθη και έθιμα. Αυτές τις αξίες αποφάσισαν στο εξής να διαφυλάξουν οι Μονεμβασίτες ουδέποτε αποχωριζόμενοι το λίκνο αυτών των αξιών, τον τόπο τους, κάτω από οποιοδήποτε κόστος.
  2. Οι Μονεμβασίτες, για αυτούς του σκοπούς και αξίες,   οργάνωσαν την πόλη τους, την οχύρωσαν και την μετέτρεψαν σε στρατηγική θέση για τη βυζαντινή αυτοκρατορία. Την κατέστησαν μέγιστη ναυτική και εμπορική πόλη, αλλά και πόλη με μεγάλη πνευματική πρόοδο στα γράμματα και στις τέχνες, καθώς και μεγάλο θρησκευτικό κέντρο. Με μεγάλο κόπο και σκληρή δουλειά, όχι μόνο επέζησαν σε αυτό το τόπο αλλά αυξήθηκαν  και αναπτύχθηκαν δημιουργώντας ένα μεγάλο ελληνικό, οικονομικό, πνευματικό και θρησκευτικό κέντρο.
  3. Η Μονεμβασία υπέστη πολλές επιδρομές πειρατών, ιδιαίτερα από τον ενδέκατο αιώνα, τους περισσότερους από τους οποίους αντιμετώπισε αποτελεσματικά.  Ωστόσο, τα καράβια της, οι πλοίαρχοι, τα πληρώματα και οι έμποροι της Μονεμβασίας υπέστησαν μεγάλες υλικές και ανθρώπινες απώλειες από τους κουρσάρους.
  4. Οι Μονεμβασίτες κατέβαλαν ηρωική αντίσταση και απέκρουσαν γενναία την επίθεση των Νορμανδών, του Ρογήρου 13ου (1147) και για αυτό υπέστησαν τρομακτικές απώλειες. Αυτό όμως σταμάτησε την ορμή των Νορμανδών οι οποίοι είχαν προηγουμένως καταλάβει την Κέρκυρα, ενώ η Μονεμβασία παρέμεινε ελληνική και μαζί της η ευρύτερη περιοχή της Πελοποννήσου.
  5. Οι Μονεμβασίτες κατέβαλαν απαράμιλλους και ηρωικούς αγώνες κατά της Λατινοκρατίας (1212-1249). Οι Λατίνοι έως το 1212 είχαν κυριεύσει όλα τα κάστρα του Μοριά με εξαίρεση την Μονεμβασία, την οποία επεδίωκαν να καταλάβουν συνεχώς, έως το 1249. Τα πλοία της Μονεμβασίας, της μόνης ελεύθερης πόλης της Πελοποννήσου συνεχίζουν να διαπλέουν το Αιγαίο και υποστηρίζουν τον αγώνα της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας κατά των Λατίνων. Οι πολεμικές επιχειρήσεις των Λατίνων απεκρούονταν συνεχώς. Για 5 συνεχή χρόνια η κατάσταση σταδιακά γινόταν αφόρητη για τους Μονεμβασίτες καθώς, διατηρώντας το υψηλό εθνικό τους φρόνημα και θάρρος, η απόφασή τους ήταν να μην παραδώσουν ποτέ ζώντες την πόλη, τη γη των προγόνων τους, αλλά και να διαφυλάξουν τα ιδανικά της πατρίδας, της θρησκείας τους και την ιερή ιδέα της ελευθερίας.  Οι Λατίνοι είχαν συγκεντρώσει μεγάλο στρατό και από το 1246 βρίσκονταν σε μια συνεχή επίθεση η οποία κατέληξε σε άγριο αιματοκύλισμα ενώ η αντίσταση των Μονεμβασιτών ήταν επική. Με το αίμα των αθάνατων υπερασπιστών της Μονεμβασίας γράφτηκαν οι ενδοξότερες σελίδες της βυζαντινής ιστορίας. Το αιματοκύλισμα κλόνισε το ηθικό των Λατίνων, κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να  καταλάβουν τη Μονεμβασία δια των όπλων και αποφάσισαν τον αποκλεισμό της για να εξαναγκάσουν τους υπερασπιστές της να παραδοθούν από την πείνα. Ο αποκλεισμός ήταν τριετής, οι Μονεμβασίτες ευρίσκονταν συνεχώς σε αϋπνία, αναστάτωση και πολεμικό συναγερμό, ενώ η πείνα τους βασάνιζε συνεχώς. Οι ανδριωμένοι υπερασπιστές κατήντησαν σκελετοί φυλάσσοντας τις επάλξεις, ενώ σκληρός και απάνθρωπος θάνατος θέριζε τα γυναικόπαιδα. Επιτελείτο από όλους τους Μονεμβασίτες  μια θεϊκή θυσία. Για αυτό δια του αίματος των παιδιών της η Μονεμβασία πήρε κατόπιν το προνόμιο της << ιεράς πόλεως>>. Αλλά και στο τέλος της τριετίας κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι Μονεμβασίτες αποφασίζουν να παραδοθούν, θέτουν όρους, και κυρίως να μείνουν ελεύθεροι (1249).
  6. Το 1299 η Μονεμβασία ( επί Ανδρονίκου Κομνηνού Παλαιολόγου) υπέστη πειρατική επιδρομή από τους Καταλανούς  (Ροντζιέρο ντε Λαούρια) οι οποίοι με δόλο εισήλθαν στην Κάτω Πόλη. Ακολούθησε άγρια σφαγή, λεηλασία, αρπαγή λαφύρων και κατοίκων πολλοί από τους οποίους μεταφέρθηκαν ως όμηροι στην Σικελία, μαζί τους και ο μητροπολίτης Μονεμβασίας, Νικόλαος. Επέστρεψαν μετά από τρία χρόνια αφού εξαγοράστηκαν με λύτρα από τους Μονεμβασίτες.
  7. Οι αγώνες της Μονεμβασίας και των κατοίκων για την αναστήλωση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η ηρωική αντίσταση κατά των Νορμανδών, κατά των Λατίνων αλλά και η ληστρική επιδρομή του Λαούρια με την αιχμαλωσία του μητροπολίτη έκαμαν  την πόλη θρυλική σε όλη την αυτοκρατορία. Σε αντιστάθμισμα η Μονεμβασία απέσπασε την προσοχή και την εύνοια των αυτοκρατόρων της. Για την αναγνώριση αυτή, της παραχωρήθηκαν σημαντικά διοικητικά, οικονομικά και εκκλησιαστικά προνόμια.
  8. Για 120 χρόνια, 1341-1460, η Μονεμβασία επηρεάστηκε από τους συνεχείς πολέμους και την αγωνία της αυτοκρατορίας για την συγκράτησή της καθώς περικυκλωνόταν από επιδρομείς, αλλά και έφθινε κάτω από αλλεπάλληλες αλληλόφθορες  ερίδες των Ελλήνων. Ο αγώνας των Μονεμβασιτών ήταν σκληρός και συνεχής για να διατηρήσουν ένα συμπαγές ελληνικό στοιχείο, παραμένοντας στον τόπο τους. Δέσποτες από το Μιστρά αλλά και τοπάρχες παραχώρησαν για λίγο την Μονεμβασία στους Ενετούς (1383), στους Οθωμανούς (1395) και στους Ενετούς. (1419-1431), κάτω από τις συνεχείς τουρκικές επιδρομές και τη κυριαρχία των Λατίνων. Η Μονεμβασία ήταν σε συνεχή αποκλεισμό από θαλάσσης λόγω αλλεπάλληλων επιδρομών από καταλανούς, γενοβέζους και αλγερινούς πειρατές . Η γεωργική δραστηριότητα είχε παραμεληθεί, η ενδοχώρα είχε ερημωθεί καθώς η αυτοκρατορία ήταν στο χείλος του γκρεμού από στρατιωτικές διενέξεις και συνεχείς πολέμους. Μετά την άλωση ο Μωάμεθ Β ο Πορθητής, εισήλθε με πολυάριθμο στρατό στην Πελοπόννησο, το 1458. Οι Δεσπότες της Πελοποννήσου και του Μιστρά συμφώνησαν να του παραδώσουν τη Μονεμβασία (1460). Όμως οι Μονεμβασίτες αρνούνται την παράδοση της  πόλης τους, όπως έκαναν για τους ίδιους λόγους πριν 212 χρόνια στους Λατίνους, θέτοντας φραγμό στις κατακτητικές βλέψεις του Μωάμεθ Β. Ο σουλτάνος άκουσε την απάντησή τους και  θαύμασε και επαίνεσε τους Μονεμβασίτες. Έτσι, στην Μονεμβασία συνέχισε να κυματίζει με υπερηφάνεια η σημαία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας
  9. Οι Μονεμβασίτες κατέβαλαν απεγνωσμένες προσπάθειες να κρατήσουν την πόλη ελεύθερη και ανεξάρτητη. Οι Οθωμανοί που κατείχαν την απέναντι ακτή κατέστρεψαν τις φυτείες και τους αμπελώνες. Οι κουρσάροι στο Μυρτώο τους είχαν εντελώς αποκλείσει και από θαλάσσης, μάλιστα οι Μονεμβασίτες τους πολέμησαν και τους εξεδίωξαν μέσα στην ίδια τους την πόλη. Η Μονεμβασία δεν είχε καμία βοήθεια και βρισκόταν  κάθε μέρα στη διάθεση των επιδρομέων. Έτσι, παρεχωρήθηκε στον Πάπα Πίο 13ο  (1460) ο οποίος είχε την εποχή εκείνη και κοσμική διοίκηση. Τότε, έσβησε η τελευταία ελεύθερη πόλη της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Νέα βάσανα όμως αντιμετώπισαν οι Μονεμβασίτες καθώς η παπική  διοίκηση επεδίωξε να αφελληνίσει και να εκλατινίσει τους κατοίκους και να επιβάλει τον καθολικισμό. Οι Μονεμβασίτες τότε αναγκάστηκαν να στραφούν στους Βενετούς πιστεύοντας ότι η Βενετία θα σεβαστεί την εθνικότητά τους και τη θρησκευτική τους ελευθερία. Έτσι, το 1464 οι Βενετοί καταλαμβάνουν για δεύτερη φορά την Μονεμβασία. Όμως παρά τα σπουδαία οχυρωματικά έργα και τα  μεγάλα κτίρια των Βενετών, η Μονεμβασία οικονομικά πήρε την κατιούσα καθώς το εμπόριο περιήλθε στους Βενετούς, ενώ η καταστροφή και η κατάληψη των φυτειών της απέναντι λακωνικής γης από τους Τούρκους στέρησε τις κύριες πηγές ευημερίας των κατοίκων. Ό,τι απέμεινε ήταν το απόρθητο φρούριό της. Ωστόσο, επί Βενετών εστάλησαν καθολικοί επίσκοποι και ιερείς  οι οποίοι εξεδίωξαν τους ορθόδοξους. Οι Μονεμβασίτες όμως αντιστέκοντο και δεν δέχθηκαν την κατάκτηση του Πάπα κατά της ορθοδοξίας, υπήρξε μεγάλη αποστροφή στον Πάπα, και πέτυχαν στην πόλη να είναι δύο επίσκοποι. Όμως οι Μονεμβασίτες υφίσταντο μεγάλες καταπιέσεις από τους Βενετούς. Έτσι, το 1494 επαναστάτησαν εναντίον των Ενετών, με ηγέτη τον Ανδρέα Παλαιολόγο. Η επανάσταση αυτή απέτυχε και οι Μονεμβασίτες πλήρωσαν ακριβά τον εθνικό τους πόθο καθώς στη συνέχεια οι Βενετοί περιόρισαν ακόμα περισσότερο την ελευθερία τους και επεδίωξαν συστηματικά τον αφελληνισμό της πόλης. Η Μονεμβασία έπαιρνε περισσότερο την κατιούσα καθώς επιπροσθέτως οι Τούρκοι της αφαιρούσαν ταυτόχρονα όλα τα πλούσια εισοδήματά της από τη λακωνική γη. Αλλά και η Βενετία  ως οικονομική  δύναμη της Μεσογείου έφθινε συνεχώς αφού δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις πολεμικές δαπάνες και αναγκάστηκε να επιβάλει βαριά φορολογία στις κατεχόμενες από αυτή χώρες. Για την Μονεμβασία, κάτω από τις πιο πάνω οικονομικές συνθήκες, η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη. Για 80 χρόνια οι κάτοικοι στέναζαν από τα μέτρα της οικονομικής καταπίεσης , τους φόρους, τη δικαιοσύνη των Βενετών, τα ήθη και έθιμα, αλλά και από τις ενέργειες του Πάπα για την αποκοπή τους από τη θρησκεία τους και το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. 

  1.  Κατά τη δεύτερη κατοχή της Μονεμβασίας από τους Οθωμανούς, η οποία διήρκεσε 150 χρόνια  (1540-1690), ήταν συνεχείς οι αγώνες εναντίον των Βενετών. Το 1540 μετά τη ναυμαχία της Πρέβεζας (29-9-1538) η Βενετία υποχρεώθηκε μεταξύ άλλων να παραδώσει στην οθωμανική αυτοκρατορία ως πολεμική αποζημίωση τη Μονεμβασία. Στη συνθήκη οι Μονεμβασίτες υποχρεούντο να εκπατριστούν και να εγκατασταθούν στα Κύθηρα, τα οποία κατείχαν οι Βενετοί και ήθελαν να τους χρησιμοποιούν όπως τους Κυθηραίους ως  δουλοπάρικους και για τις πολεμικές τους ανάγκες. Οι Μονεμβασίτες αρνήθηκαν να μετοικήσουν και αντιστάθηκαν θέλοντας να παραμείνουν στην γη των προγόνων τους. Όμως,  αντιλήφθηκαν ότι η αντίσταση τους θα ήταν άνιση και μάταιη εναντίον των Βενετών και των Τούρκων. Στα Κύθηρα όμως αρνούντο  να μεταβούν λόγω της απέχθειάς τους στους Βενετούς που τους παρέδιδαν άνευ όρων στους Τούρκους. Έτσι, απελπισμένοι και με μάτια θολωμένα από το δάκρυ του εκπατρισμού, αποκαθήλωσαν τις εικόνες των εκκλησιών τους, πήραν τα λίγα πράγματά τους και προχώρησαν στο άγνωστο μέλλον της νέας περιπέτειάς τους, τη  4η Νοεμβρίου 1540, έφυγαν  με δικά τους πλοία για την Κεφαλονιά, την Κέρκυρα, την Κύπρο και τη Δαλματία. Στα μέρη αυτά ακόμα και σήμερα συναντούμε ονόματα και εκκλησίες Μονεμβασιτών. Η οθωμανική διοίκηση ήταν εκ διαμέτρου καλύτερη για τη Μονεμβασία, καθώς έδωσε ελευθερία στους κατοίκους, σταδιακά επέστρεψαν πολλοί Μονεμβασίτες  και η πόλη ήκμασε οικονομικά και στα γράμματα, κάτω από την αρμονική διαβίωση Ελλήνων και Τούρκων. Για τους Μονεμβασίτες όμως ξεκίνησαν νέοι συνεχείς αγώνες κατά των Βενετών. Το 1645, η Τουρκία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Βενετίας με σκοπό να καταλάβει την Κρήτη. Οι Βενετοί σε αντιπερισπασμό επιτέθηκαν στα ανατολικά παράλια της Πελοποννήσου. Σε αντίθεση όμως με άλλες περιοχές, τη Μονεμβασία,  την οποία υπεράσπιζαν Έλληνες και Τούρκοι μαζί, απέτυχαν να καταλάβουν και αναγκάστηκαν να αποπλεύσουν λεηλατώντας όμως πρώτα την απέναντι λακωνική γη. 
Το 1663 επιτέθει στην Μονεμβασία ο αρχιναύαρχος της Δημοκρατίας Φραγκίσκος Μοροζίνι. Αποφασίζει γενική επίθεση κατά του Κάστρου, το οποίο υπερασπίζονται μόνοι οι Έλληνες της Μονεμβασίας καθώς ο Τουρκικός στρατός απουσίαζε. Η επίθεση  από ξηρά και θάλασσα διήρκησε 40 ημέρες, χωρίς κανένα αποτέλεσμα καθώς οι Μονεμβασίτες αντιστάθηκαν με επιτυχία. Ο Μοροζίνι απεφάσισε τότε να λύσει την πολιορκία και απέπλευσε για Κρήτη. Το 1687 ο Μοροζίνι επιτέθηκε κατά της Μονεμβασίας για δεύτερη φορά καθώς το 1684 είχε εκραγεί νέος τουρκοβενετικός πόλεμος. Οι Τούρκοι αρνήθηκαν την παράδοσή της. Ο Μοροζίνι τότε διέταξε τον υποναύαρχό του   Βενιέρη να καταλάβει την πόλη. Την τουρκική φρουρά ενίσχυσαν και Έλληνες από τη Λακωνία και τα Κύθηρα. Η αντίσταση των  καστρινών ήταν σθεναρή  και επιτυχής. Παρόλα αυτά οι Μονεμβασίτες υπέστησαν μεγάλες απώλειες, πείνα και ασθένειες. Τελικά, οι Βενετοί έλυσαν την πολιορκία.
Αλλά υπήρξε και τρίτη πολιορκία της Πελοποννήσου από τον Μοροζίνι, το 1689-1690, τώρα καλύτερα οργανωμένη και ενισχυμένη με στρατό και πολεμοφόδια εκ μέρους του.   Ξεκίνησε  γενική επίθεση κατά του φρουρίου τον Μάρτιο του 1689. Και οι δύο πλευρές έδειξαν αξιοθαύμαστη γενναιότητα και επακολούθησε άγριο αιματοκύλισμα. Οι Μονεμβασίτες επανακαταλάμβαναν προμαχώνες, επισκεύαζαν τις νύχτες τα τείχη. Αλλά και οι ναυτικές επιχειρήσεις των βενετών απέτυχαν. Δόθηκαν λυσσώδεις μάχες σε ξηρά και θάλασσα. Όμως, η τουρκική κυβέρνηση δεν έστειλε βοήθεια. Τελικά μετά από πολύμηνη πολιορκία, οι Τούρκοι απελπισμένοι και χωρίς βοήθεια από την κυβέρνησή τους, υπέκυψαν υπό τον όρο να φύγουν στην Κρήτη, παίρνοντας και την κινητή τους περιουσία.
11.  Οι Έλληνες έπεσαν πάλι στα χέρια των Βενετών για τρίτη και τελευταία φορά (1690-1715). Η Βενετία την περίοδο εκείνη χαρακτηριζόταν από κακοδιοίκηση, καταπιεστική και δυσβάσταχτη, στο εμπόριο επέβαλε βαρείς φόρους,  και επιπλέον επεδίωκε την  εισβολή του δυτικού θρησκευτικού δόγματος και τη ξένη γλώσσα.  Όμως, στη σύντομη αυτή, εικοσιπενταετή, περίοδο τα πράγματα εξελίχθησαν καλύτερα χάρη στο Μονεμβασίτη Ανδρέα Λικίνιο, ο οποίος επέστρεψε στον τόπο του έχοντας βενετικό τίτλο ευγενείας.  Ωστόσο, οι Βενετοί πώλησαν την Μονεμβασία στον Οθωμανικό στρατό το 1715 καθώς αυτός είχε ήδη καταλάβει όλα τα φρούρια της Πελοποννήσου πλην της Μονεμβασίας. Όμως, οι Μονεμβασίτες πλήρωσαν για μια ακόμα φορά με το αίμα τους και τα υπάρχοντά τους τη ληστρική συμπεριφορά των τυχάρπαστων Βενετών. Συγκεκριμένα, ο Βενετός Διοικητής προηγουμένως λεηλάτησε την πόλη και πήρε μαζί του  κιβώτια με λάφυρα, όπου, για να γλιτώσει, παρέδωσε τους άοπλους κατοίκους της Μονεμβασίας ως <<σκλάβους>> στηνΟθωμανική αυτοκρατορία  με την κατηγορία ότι ζητούσαν  πολεμοφόδια για να πολεμήσουν εναντίον του Οθωμανικού στρατού.  Οι Έλληνες αρνούντο σθεναρά την κατηγορία. Ο Οθωμανικός στρατός όμως δεν μεταπείσθηκε, και μέσα από αυτή την προδοσία των Βενετών  τιμώρησε πολλούς Μονεμβασίτες, που είτε εφόνευσε επί τόπου είτε έστειλε σιδηροδέσμιους στην Κωνσταντινούπολη , μεταξύ αυτών και τον Ανδρέα Λικίνιο.  Ματαίως οι Έλληνες ηγωνίσθησαν να αποδείξουν την αθωότητά τους και απηγχονίσθησαν.
  1. Κατά την Τρίτη και τελευταία τουρκοκρατία (1715-1821), η Μονεμβασία ήκμασε εκ νέου σε όλους τους τομείς, για 106 χρόνια, ενώ κατοικούσαν περίπου 4.500 Έλληνες και Τούρκοι. Όμως, μετά την αποτυχημένη επανάσταση του 1769-70 στην Πελοπόννησο η οποία υποκινήθηκε από την Ρωσία (Ρωσοτουρκικός πόλεμος 1768-1774), υπήρξαν σκληρές συνέπειες για τους  κατοίκους της Πελοποννήσου, η χώρα υπέστη συστηματική καταστροφή ενώ πολλοί κάτοικοί της εσφάγησαν από τις αλβανικές ορδές. Η ίδια τύχη περίμενε τους Μονεμβασίτες οι οποίοι συμμετείχαν στην αποτυχημένη επανάσταση.  Πολλοί Μονεμβασίτες μαζί με τον Μητροπολίτη ανεχώρησαν για την Ρωσία, άλλοι εσφάγησαν, ενώ τότε εξετελέσθη και η τελειωτική καταστροφή των ονομαστών αμπελώνων που παρήγαν τoν περίφημο ανθοσμία  οίνο Mαλβαζία. Έκτοτε, η Μονεμβασία η οποία κατόρθωσε δια μέσου των αιώνων να διατηρήσει ανόθευτα τα ελληνικά ήθη και την γλώσσα, απώλεσε, τη σπουδαιότητά της ένεκα της αλβανικής επιδρομής.
Η Μονεμβασία ήταν και μεταξύ των πρώτων στις δυναμικές προσπάθειες του έθνους με οπλαρχηγούς και αγωνιστές στα βουνά, όπως και μεταξύ των πρώτων πόλεων που αντιπροσωπεύτηκαν στους κρυφούς κόλπους της Φιλικής Εταιρείας, με φιλικούς τον μητροπολίτη της Χρύσανθο Παγώνη, τον Παναγιωτάκη Καλογερά, τον Ιωάννη Δεσποτόπουλο ή Ευγενίδη, τον Αντώνιο Καλογερά και τον Θωμά Σπανιωλάκη – Σπανιώλο. Όταν, το 1821, η Οθωμανική διοίκηση υποψιάστηκε την προετοιμασία των Ελλήνων ζήτησε όλοι οι αρχιερείς και προεστοί  της Πελοποννήσου να μεταβούν στην Τρίπολη, τους οποίους κατέσφαξαν, και μαζί με αυτούς το μητροπολίτη Μονεμβασίας, Χρύσανθο Παγώνη.

13.   Ερχόμαστε τώρα στην επανάσταση στη Μονεμβασία, στην πολιορκία της (Μάρτιος- Ιούλιος 1821) και στους αγώνες για την απελευθέρωσή της. Για την απελευθέρωση της Μονεμβασίας, τα ελληνικά επαναστατικά σώματα συγκεντρώθηκαν στις 28 Μαρτίου 1821 στην λακωνική ακτή, ενώ ακολούθησε και αποκλεισμός της θάλασσας, 3-4 Απριλίου, με τον κατάπλου σπετσιώτικων πλοίων. Το κάστρο με 4.500 κατοίκους υποστήριζαν 1.000 Τούρκοι εμπειροπόλεμοι, γενναίοι μαχητές με άφθονο πολεμικό υλικό, επαρκές για μακροχρόνια πολιορκία. Γενικά, ήταν απόρθητο. Οι αποκλεισμένοι Τούρκοι επιπροσθέτως πίστευαν ότι θα φθάσει τουρκική βοήθεια από στεριά και θάλασσα. Δεν γνώριζαν βέβαια τα γεγονότα ότι ο τουρκικός στρατός και στόλος που κατευθύνοντο στη Μονεμβασία είχαν ηττηθεί και με πίστη και αγωνία περίμεναν του ομοεθνείς τους. Μπορούμε τώρα να σκεφτούμε τους Έλληνες στο κάστρο που διαβίωσαν μαζί με τους Τούρκους, ενώ οι Έλληνες πολιορκητές ήταν έξω από αυτό. Βρίσκοντο μεταξύ σφυράς και άκμωνος, και είναι ακριβώς τότε που έδειξαν υψηλή οξυδέρκεια, απαράμιλλο θάρρος και ηρωισμό ώστε η όλη έκβαση να καταστεί νικηφόρα. Έτσι, οι Έλληνες του κάστρου ειδοποίησαν τα πολιορκητικά σώματα των Ελλήνων όταν οι Τούρκοι απεφάσισαν το εγχείρημα να εξέλθουν  140 από τους γενναιότερους μαχητές τους και να επιτεθούν στο ελληνικό στράτευμα, βόρεια της Μονεμβασίας εις τα μετόπισθεν των Ελλήνων. Έτσι, οι Οθωμανοί φθάνοντας στη τοποθεσία ενικήθησαν (18 Μαίου 1821), κάτι που στοίχισε πολύ στο ηθικό των Τούρκων του κάστρου. Επίσης, οι Έλληνες του κάστρου διατήρησαν  δεσμούς με τους Τούρκους της Κάτω Πόλεως οι οποίοι ήσαν οι περισσότεροι και οι πτωχότεροι και τους έπεισαν να παραδοθούν αλλά και να συγκρουσθούν με τους ομοεθνείς τους αγάδες της Πάνω Πόλεως. Όλοι οι κάτοικοι της  Κάτω Πόλεως, αδιακρίτως Ελλήνων και Τούρκων,  πέρασαν μαζί μια αφάνταστη τραγωδία λόγω έλλειψης τροφών και πείνας. Φρικιαστικές σκηνές εκτυλίσσονταν. Οι Τούρκοι της Κάτω Πόλεως που υπέφεραν, λιμοκτονούσαν και διψούσαν όπως οι Έλληνες τότε συμφώνησαν να παραδοθούν εξασφαλίζοντας την ζωή και την τιμή τους.  Αλλά οι Έλληνες του Κάστρου την πιο κρίσιμη στιγμή έσωσαν και την επανάσταση στην Μονεμβασία. Συγκεκριμένα, στα ελληνικά στρατόπεδα καθώς περνούσε ο χρόνος χαλάρωνε και κινδύνευε να διαλυθεί η πολιορκία, κάτω από την έλειψη τροφών. Οι Έλληνες μαχητές πίστευαν ότι οι Τούρκοι είχαν ακόμα μεγάλο απόθεμα χρόνου, ενώ η πραγματικότητα  στην Κάτω Πόλη ήταν ακριβώς αντίθετη. Έτσι, τρεις καστρινοί εξαντλημένοι ψαράδες  βούτηξαν από το Πορτέλο και παρά τους τουρκικούς κανονιοβολισμούς και τον αντίθετο άνεμο κατάφεραν να κολυμπήσουν  μέχρι την βόρεια ακτή της λακωνικής γης. Μετέφεραν στους Έλληνες καπεταναίους την επιστολή που εξηγούσε την πραγματική κατάσταση στο κάστρο. Οι Έλληνες μεταπείστηκαν τότε και συνέχισαν τον αποκλεισμό. Οι στρατιωτικοί της Πάνω Πόλεως  σε αντίποινα βασάνισαν τις οικογένειες των τριών μαχητών και κατέσφαξαν τον πατέρα του ενός εξ αυτών. Τελικά, και ο οθωμανικός στρατός της Άνω Πόλεως αποφάσισε να παραδοθεί  δια συνθήκης, κατόπιν της πίεσης των ομοεθνών τους της Κάτω Πόλεως, αλλά και της μάχης που διεξήχθη μεταξύ τους. Διαφορετικά η παράδοση θα αργούσε με απρόβλεπτες συνέπειες.
Η Μονεμβασία μετά από 361 χρόνια όταν έφυγε από αυτή ο τελευταίος ηγεμόνας της Μανουήλ Παλαιολόγος (1460), παρεδόθη σε ένα άλλο βυζαντινό πρίγκιπα, τον Αλέξανδρο Καντακουζηνό. Όλο το σημαντικό πολεμικό υλικό, μεταφέρθηκε στα πολιορκητικά στρατεύματα της Τριπόλεως, του Ναυπλίου, της Κορίνθου και του Νεοκάστρου και συνέβαλε στην ταχύτερη πτώση τους. Το απίστευτο και μυθώδες επετεύχθη σε ελάχιστο χρόνο με την συμβολή των Ελλήνων πολιορκητών, αλλά και των Ελλήνων της Μονεμβασίας οι οποίοι υπέστησαν τα πάνδεινα όλη την περίοδο της πολιορκίας, ενώ ταυτόχρονα, με υψηλό εθνικό φρόνημα και πίστη στην πατρίδα, ήταν πρωταγωνιστές σε κάθε κρίσιμη καμπή αυτού του αγώνα. Η απελευθέρωση της Μονεμβασίας στις 24 Ιουλίου 1821, εξύψωσε το ηθικό των Ελλήνων και τους έδειξε το έργο και τις θυσίες που έπρεπε να αναλάβουν μέχρι την τελική έκβαση του αγώνα.